Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον με

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013



Από τη ζωή του μακαριστού Πατριάρχη Σερβίας Παύλου


«Εάν μπορούσα να προφθάσω, μάρτυς μου ο αναστάς Θεός, θα στεκόμουν ενώπιον των ναών, των νοσοκομείων και ενώπιον των πολυτελών χώρων για τις δεξιώσεις και τις επιδείξεις μόδας, και προσωπικά θα ζητούσα ελεημοσύνη για τα δοκιμαζόμενα αδέλφια και παιδιά μας. Ο κάθε από εμάς θα έπρεπε, με ενεργό τρόπο, να ντροπιάση όλες εκείνες τις επιδεικτικές πλεονεξίες, οι οποίες υπάρχουν σε τόσους δημοσίους χώρους, και όχι μόνο απλώς να σκανδαλιζόμεθα και να απελπιζώμεθα, επειδή η αναισχυντία κυριάρχησε γύρω μας».

1. Λόγοι και συμβάντα
 
Η μοναχική υπόσχεση της ακτημοσύνης
 
Τελειώνοντας η συνεδρίαση της Σερβικής Συνόδου στο Βελιγράδι, ο πατριάρχης Παύλος ξεκίνησε κατά τη συνήθεια του να πάει στον εσπερινό στον Καθεδρικό Ναό. Βγαίνοντας είδε στο πάρκινγκ ένα πλήθος από πολυτελή μαύρα αυτοκίνητα και ρώτησε: "Σε ποιόν ανήκουν αυτά τα αυτοκίνητα;" "Είναι των Επισκόπων που ήρθαν για τη σύνοδο μακαριώτατε", του απάντησε ένας Ιερέας που τον συνόδευε. "Ω, ο Θεός να τους φυλάει. Με τι θα κυκλοφορούσαν άραγε εάν δεν είχαν δώσει τη μοναχική υπόσχεση της ακτημοσύνης;"
 
Ο καθένας βλέπει ότι θέλει
 
Ο διάκονος που συνόδευε τον πατριάρχη στις εξόδους του στο Βελιγράδι διηγείται για το μάθημα που πήρε από αυτόν μια φορά που πήγαιναν στην Εκκλησία Μπάνοβο Μπρντο. "Με τι θα πάμε, με το αυτοκίνητο;" ρώτησε ο διάκονος. "Όχι, με το λεοφωρειο!", απάντησε κατηγορηματικά ο Πατριάρχης. "Μα το λεωφορείο είναι πάντα γεμάτο και η ζέστη είναι αποπνιχτική. Και δεν είναι και κοντά". "Έτσι θα πάμε" του λέει κοφτά ο πατριάρχης. "Μακαριώτατε", προσπαθούσε να τον πείσει ο διάκονος, "είναι καλοκαίρι ο κόσμος πηγαίνει για μπάνιο στο νησάκι Τσιγκάλια και οι πιο πολλοί είναι ημίγυμνοι, δεν είναι σωστό…". "Πάτερ" του λέει ήσυχα ο πατριάρχης, "ο καθένας βλέπει ότι θέλει.
Αύξηση; Για ποιόν λόγο;
 
Ο πατριάρχης αρνούνταν πολλές φορές να πάρει και το μισθό του και αρκούνταν στη σύνταξη που είχε ως πρώην Επίσκοπος Ράσκα και Πρίζρεν. Τα ρούχα του και τα παπούτσια του τα διόρθωνε μόνος… Του έμεναν και χρήματα από τη μικρή του σύνταξη τα οποία έδινε στους φτωχούς και σε άλλες αγαθοεργίες. Διηγούνται κάποιοι ότι όταν οι ιεράρχες ζήτησαν το 1962 αύξηση μισθών ο Παύλος επίσκοπος τότε, είπε έκπληκτος: «Γιατί να γίνει αύξηση αφού δε μπορούμε να ξοδέψουμε ούτε αυτά που έχουμε;»
 
Πολυτέλεια
 
Οι κάτοικοι του Βελιγραδίου συναντούσαν συχνά τον Πατριάρχη Παύλο στο δρόμο, στο τραμ ή στο λεωφορείο μια φορά ενώ περπατούσε επί της λεωφόρου Πέτρος ο Α΄ κατευθυνόμενος προς το πατριαρχείο σταμάτησε δίπλα του μια Μερσεντές, τελευταίο μοντέλο. Στο τιμόνι ήταν ο Ιερέας μιας πλούσιας βελιγραδινής ενορίας. "Μακαριώτατε, παρακαλώ επιτρέψτε μου να σας πάω όπου επιθυμείτε" του λέει περιποιητικά. Ο πατριάρχης μόλις ανέβηκε ρώτησε: "Πατέρα, ποιανού είναι αυτό το πολυτελές αυτοκίνητο;" "Δικό μου μακαριώτατε!" "Σταμάτα αμέσως!" τον διέταξε ο πατριάρχης.Κατέβηκε έκανε ταπεινά το σημείο του σταυρού, τον ευλόγησε και του είπε: "O Θεός να σε προστατεύει!"



Άρθρο του Jovan Janjic από την εφημεριδά ‘’Nasa Rec’’772/13-2-2004 Η φώτο είναι από το www. Eph. Md., αναδημοσίευση από: http: //proskynitis. Blogspot. Com/2009/11/blogpost_16. Html

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

  του γέροντα Παϊσίου
 
 
 
 
- Γέροντα, όταν μου έρχωνται απανωτές δυσκολίες στον αγώνα μου, γογγύζω και με πιάνει λύπη.
- Ε, στην δύσκολη στιγμή φαίνεται η δύναμη του ανθρώπου. Μη φοβάσαι, μην πανικοβάλλεσαι, όταν συναντάς κάποια δυσκολία. Να ζητάς από τον Θεό να σου δίνη πνευματικό ανδρισμό, για να αντιμετωπίζεις τις δυσκολίες στην πνευματική σου πορεία με θάρρος και να αγωνίζεσαι με λεβεντιά.
- Γέροντα, η λύπη που νιώθω αυτόν τον καιρό για την άσχημη πνευματική μου κατάσταση με παραλύει πνευματικά. 
- Πάντως, εκεί που ήσουν ,δεν είσαι-δόξα τω Θεώ-αλλά και εκεί που έπρεπε να βρίσκεσαι, δεν βρίσκεσαι. Πιστεύω όμως σύντομα να δείξης την παλληκαριά σου και να ξεγαντζωθής από τα υπόλοιπα σχοινιά της κακομοιριάς ,τα οποίας μπορείς να κόψης με την Χάρη του Θεού, όπως το λιοντάρι κόβει την κλωστή της αράχνης. Διώξε την κακομοιριά με την πνευματική λεβεντιά. Περιμένω, εύχομαι και ελπίζω να δω την πρόοδό σου και να χαρώ πολύ.
- Γέροντα, όταν παραλείπω τα πνευματικά μου καθήκοντα, με πιάνει λύπη.
- Η λύπη για ό,τι παραλείψαμε να κάνουμε ή η χαρά για ό,τι κάναμε ,είναι κάτι φυσικό, αλλά μπορεί να μπαίνη μέσα και ο εγωισμός∙ γι’ αυτό να προσέχης. Να βάλης τώρα μια καλή αρχή και ένα πρόγραμμα στον αγώνα σου και σιγά-σιγά θα προχωράς. Έτσι θα σταθεροποιήσης κατάσταση και θα σταματήσουν τα ανεβοκατεβάσματα που σου προκαλεί ο καμουφλαρισμένος εχθρός. 
Εάν αξιοποιήσης τις δυνάμεις σου με πνευματική λεβεντιά στην καλογερική, θα κάνης πολλή προκοπή. Εάν όμως αφήσης τον εαυτό σου στην κακομοιριά, εσύ θα μοιρολογάς και το ταγκαλάκι θα χτυπάη παλαμάκια.
- Γέροντα, η βία μου λείπει;
- Επίθεση χρειάζεται ,βρε παιδί!
- Η επίθεση πώς γίνεται;
- Με λεβεντιά! Εγώ δεν θέλω κακομοίρες αδελφές, αλλά Σουλιώτισσες πνευματικές, να πολεμούν το ταγκαλάκι με λεβεντιά πνευματική, δοξολογώντας τον Θεό.
Πηγή: από το βιβλίο "Πάθη και Αρετές"

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ




 

Δεν είναι σκληρός ή άπονος ο Θεός

 
 Να μαζεύουμε τρόφιμα; Τί είχε πει ο πατέρας Παΐσιος.

Ο Γέροντας θέλοντας να μας δείξει το πώς ο Θεός προνοεί και κρίνει για τα πλάσματά του, ενώ εμείς πολλές φορές αγανακτούμε και δεν καταλαβαίνουμε τις ενέργειές Του, μας διηγήθηκε ιστορίες, όπως αυτή:

«Ένας ασκητής βλέποντας την αδικία πού υπάρχει στον κόσμο προσευχόταν στο Θεό και του ζητούσε να του αποκαλύψει το λόγο που δίκαιοι και ευλαβείς άνθρωποι δυστυχούν και βασανίζονται άδικα, ενώ άδικοι και αμαρτωλοί πλουτίζουν και αναπαύονται. Ενώ προσευχόταν ο ασκητής να του αποκαλύψει ο Θεός το μυστήριο, άκουσε φωνή που του έλεγε:

- Μη ζητάς εκείνα που δε φτάνει ο νους σου και η δύναμη της γνώσης σου. Ούτε να ερευνάς τα απόκρυφα, γιατί τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος. Αλλά, επειδή ζήτησες να μάθεις, κατέβα στον κόσμο και κάθισε σ' ένα μέρος και πρόσεχε αυτά που θα δεις, για να καταλάβεις από τη μικρή αυτή δοκιμή, ένα μικρό μέρος από τις κρίσεις του Θεού. Θα γνωρίσεις τότε άτι είναι ανεξερεύνητη και ανεξιχνίαστη η προνοητική διακυβέρνηση του Θεού για όλα.

Ο γέροντας, όταν τ' άκουσε αυτά, κατέβηκε με πολλή προσοχή στον κόσμο κι έφτασε σ' ένα λιβάδι που το διέσχιζε ένας πολυσύχναστος δρόμος. Εκεί κοντά ήταν μία βρύση κι ένα γέρικο δέντρο, στην κουφάλα του οποίου μπήκε ο γέροντας και κρύφτηκε καλά.

Μετά από λίγο πέρασε ένας πλούσιος πάνω στο άλογό του. Σταμάτησε για λίγο στη βρύση, για να πιει νερό και να ξεκουραστεί. Αφού ξεδίψασε, έβγαλε από την τσέπη του ένα πουγκί με εκατό φλουριά και τα μετρούσε. Όταν τελείωσε το μέτρημα, θέλησε πάλι να τα βάλει στη θέση τους. Χωρίς όμως να το καταλάβει, το πουγκί έπεσε στα χόρτα.

       Έφαγε, ξεκουράστηκε, κοιμήθηκε και μετά καβαλίκεψε το άλογο κι έφυγε χωρίς ν' αντιληφθεί τίποτα για τα φλουριά.

Μετά από λίγο ήρθε άλλος περαστικός στη βρύση, βρήκε το πουγκί με τα φλουριά, το πήρε κι έφυγε τρέχοντας μέσ' απ' τα χωράφια.

       Πέρασε λίγη ώρα και φάνηκε άλλος περαστικός. Κουρασμένος, όπως ήταν, σταμάτησε κι αυτός στη βρύση, πήρε λίγο νεράκι, έβγαλε και λίγο ψωμάκι από ένα μαντήλι και κάθισε να φάει.

Την ώρα, που ο φτωχός εκείνος έτρωγε, φάνηκε ο πλούσιος καβαλάρης εξαγριωμένος, με αλλοιωμένο το πρόσωπο από οργή, και όρμισε επάνω του. Με θυμό φώναζε να του δώσει τα φλουριά του. Ο φτωχός, μη έχοντας ιδέα για τα φλουριά, διαβεβαίωνε με όρκους πως δεν είδε τέτοιο πράγμα. Εκείνος όμως, όπως ήταν θυμωμένος, άρχισε να τον δέρνει και να τον χτυπά, μέχρι που τον θανάτωσε. Έψαξε μετά όλα τα ρούχα του φτωχού, δεν βρήκε τίποτα και έφυγε λυπημένος.

Ο γέροντας εκείνος τα έβλεπε όλα αυτά μέσα άπ' την κουφάλα και θαύμαζε. Λυπόταν πολύ κι έκλαιγε για τον άδικο φόνο που είδε και προσευχόμενος στον Κύριο, έλεγε:

- Κύριε, τι σημαίνει αυτό το θέλημά Σου; Γνώρισε μου, Σε παρακαλώ, πώς υπομένει η αγαθότητα Σου τέτοια αδικία. Άλλος έχασε τα φλουριά, άλλος τα βρήκε κι άλλος άδικα φονεύθηκε!

Ενώ ο γέροντας προσευχόταν με δάκρυα, κατέβηκε ο Άγγελος Κυρίου και του είπε:

- Μη λυπάσαι, γέροντα, ούτε να σου κακοφαίνεται και να νομίζεις ότι όλα αυτά γίνονται τάχα χωρίς θέλημα Θεού. Αλλά άπ' αυτά πού συμβαίνουν, άλλα γίνονται κατά παραχώρηση, άλλα για παίδευση κι άλλα κατά οικονομία. Άκουσε λοιπόν:

Αυτός που έχασε τα φλουριά είναι γείτονας εκείνου που τα βρήκε. Ο τελευταίος είχε ένα περιβόλι αξίας εκατό φλουριών. Ο πλούσιος, επειδή ήταν πλεονέκτης, τον εξανάγκασε να του το δώσει για πενήντα φλουριά. Ο φτωχός εκείνος, μη έχοντας τι να κάνει, παρακαλούσε το Θεό να κάνει την εκδίκηση. Γι' αυτό και οικονόμησε ο Θεός και του τα έδωσε διπλά.

Εκείνος, πάλι, ο φτωχός, ο κουρασμένος, που δεν βρήκε τίποτα και φονεύτηκε άδικα, είχε κάνει μια φορά φόνο. Μετανόησε όμως ειλικρινά και σ' όλη την υπόλοιπη ζωή του τα έργα του ήταν χριστιανικά και θεάρεστα. Διαρκώς παρακαλούσε το Θεό να τον συγχωρέσει για το φόνο που διέπραξε και συνήθιζε να λέει: «Θεέ μου, τέτοιο θάνατο πού έδωσα, ίδιο να μου δώσεις!». Βέβαια, ο Κύριός μας τον είχε συγχωρέσει από την πρώτη στιγμή πού εκδήλωσε τη μετάνοιά του. Συγκινήθηκε όμως ιδιαίτερα από το φιλότιμο του παιδιού του, το οποίο όχι μόνο φρόντιζε για την τήρηση των εντολών του, αλλά ήθελε και να πληρώσει για το παλιό του φταίξιμο. Έτσι δεν του χάλασε το χατίρι, επέτρεψε να πεθάνει με βίαιο τρόπο – όπως του το είχε ζητήσει – και το πήρε κοντά Του, χαρίζοντας του μάλιστα και λαμπρό στεφάνι γι’ αυτό του το φιλότιμο!

Ο άλλος, τέλος, ο πλεονέκτης, που έχασε τα φλουριά κι έκανε το φόνο, θα κολαζόταν για την πλεονεξία και τη φιλαργυρία του. Το άφησε λοιπόν ο Θεός να πέσει στο αμάρτημα του φόνου για να πονέσει η ψυχή του και να έρθει σε μετάνοια. Με την αφορμή αυτή αφήνει τώρα τον κόσμο και πάει να γίνει καλόγερος!

Λοιπόν, πού, σε ποια περίπτωση, βλέπεις να ήταν άδικος ή σκληρός και άπονος ο Θεός; Γι’ αυτό στο εξής να μην πολυεξετάζεις τις κρίσεις του Θεού, γιατί Εκείνος τις κάνει δίκαια και όπως ξέρει, ενώ εσύ τις περνάς για άδικες. Γνώριζε επίσης ότι και πολλά άλλα γίνονται στον κόσμο με το θέλημα του Θεού για λόγους που οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν. Κι έτσι το σωστό είναι να λέει ο καθένας: «Δίκαιος ει Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις σου.» (Ψαλμ. ΡΙΗ, 137).
 Πατρός Παϊσίου

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ - O π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ -

Ο Αυγουστίνος Καντιώτης ήταν Έλληνας Ορθόδοξος επίσκοπος που διετέλεσε Μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας από το 1967 έως και το 2000.

 Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Φλωρίνης π. Αυγουστίνος Καντιώτης έβλεπε την αθλιότητα της κοινωνίας και έλεγε:
«Κοιτώ δεξιά απελπισία, κοιτώ αριστερά απελπισία. Κοιτώ μπροστά απελπισία. Κοιτώ πίσω απελπισία. Κοιτώ κάτω απελπισία. Κοιτώ μέσα μου απελπισία. Σηκώνω τα μάτια μου στον ουρανό και βρίσκω χαρά και ελπίδα.

Μόνο ο Θεός μας μένει. Ας το καταλάβουμε καλά αυτό. Ο Θεός που έσωσε την μικρή ιστορική βαρκούλα της Ελλάδος τόσες φορές, από τα αφρισμένα κύματα, θα την σώσει εκ νέου, αρκεί να καταφύγουμε με πίστη και με μετάνοια κοντά του.

Απόσπασμα βιβλίου: ΤΙ ΘΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙ
ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ




O ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ : 2007 ΕΚΠΟΜΠΗ ΑΥΤΟΨΙΕΣ
 http://youtu.be/Oz7UVj02bvo


 ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ 'ΑΦΙΕΡΩΜΑ-ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ' 4Ε TV'
http://youtu.be/8fe8GYCJ3vk


ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ 'Η ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ' 2- 4- 95

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ 'ΟΙ ΟΛΙΓΟΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ'



Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Απο το ευαγγέλιο της Κυριακής στ Λουκά



Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Κεφ. Η. 27 – 39.

Τω καιρώ εκείνω, Εξελθόντι τω Ιησού εις την γην των Γαδαρινών, υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως, ός είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών, και ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο, και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ’ εν τοις μνήμασιν. Ιδών δέ τον Ιησούν και ανακράξας, προσέπεσεν αυτώ και φωνή μεγάλη είπε: τί εμοί και σοί, Ιησού, υιέ του Θεού του υψίστου; Δέομαί σου, μή με βασανίσης. Παρήγγειλε γάρ τω πνεύματι τω ακαθάρτω εξελθείν απο του ανθρώπου. Πολλοίς γάρ χρόνοις συνηρπάκει αυτόν, και εδεσμείτο αλύσεσι, και πέδαις φυλασσόμενος, και διαρρήσσων τα δεσμά ηλαύνετο υπό του δαίμονος εις τας ερήμους. Επηρώτησε δέ αυτόν ο Ιησούς λέγων: τί σοί εστιν όνομα? Ο δέ είπε, λεγεών’ ότι δαιμόνια πολλά εισήλθεν εις αυτόν’ και παρεκάλει Αυτόν ίνα μή επιτάξη αυτοίς εις την άβυσσον απελθείν. Ήν δέ εκεί αγέλη χοίρων ικανών βοσκομένων εν τω όρει, και παρεκάλουν αυτόν ίνα επιτρέψη αυτοίς εις εκείνους εισελθείν. Και επέτρεψεν αυτοίς. Εξελθόντα δέ τα δαιμόνια απο του ανθρώπου, εισήλθον εις τους χοίρους, και ώρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την λίμνην και απεπνίγη. Ιδόντες δέ οι βόσκοντες το γεγενημένον, έφυγον, και απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς. Εξήλθον δέ ιδείν το γεγονός, και ήλθον προς τον Ιησούν» και εύρον καθήμενον τον άνθρωπον, αφ’ ού τα δαιμόνια εξεληλύθει, ιματισμένον και σωφρονούντα παρά τους πόδας του Ιησού, και εφοβήθησαν. Απήγγειλαν δέ αυτοίς οι ιδόντες πώς εσώθη ο δαιμονισθείς. Και ηρώτησαν Αυτόν άπαν το πλήθος της περιχώρου των Γαδαρηνών απελθείν απ’ αυτών, ότι φόβω μεγάλω συνείχοντο. Αυτός δέ εμβάς εις το πλοίον υπέστρεψεν. Εδέετο δέ Αυτού ο ανήρ, αφ’ ού εξεληλύθει τα δαιμόνια, είναι σύν Αυτώ’ απέλυσε δέ αυτόν ο Ιησούς λέγων: υπόστρεφε εις τον οίκόν σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός. Και απήλθε καθ’ όλην την πόλιν κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς.

Απόδοση:

Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς κατέπλευσε στην περιοχή των Γαδαρηνών, που βρίσκεται στην απέναντι όχθη από την Γαλιλαία. Όταν βγήκε στην ξηρά, τον συνάντησε κάποιος άντρας από την πόλη, που είχε μέσα του δαιμόνια από πολύν καιρό. Ρούχο δεν ντυνόταν, ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε στα μνήματα. Όταν είδε τον Ιησού, έβγαλε μια κραυγή, έπεσε στα πόδια του και του είπε με δυνατή φωνή: «Τί δουλειά έχεις εσύ μ’ εμένα Ιησού, Υιέ του Υψίστου Θεού; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις». Αυτά τα είπε, γιατί ο Ιησούς είχε διατάξει το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο. Από πολλά χρόνια τον είχε στην εξουσία του, και για να τον συγκρατήσουν τον έδεναν με αλυσίδες και του έβαζαν στα πόδια σιδερένια δεσμά. Εκείνος όμως έσπαζε τα δεσμά, και το δαιμόνιο τον οδηγούσε στις ερημιές. Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;» Εκείνος απάντησε: «Λεγεών»• γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. Τα δαιμόνια, λοιπόν, τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο. Εκεί κοντά ήταν ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους που έβοσκαν στο βουνό, και τα δαιμόνια παρακαλούσαν τον Ιησού να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, και τους το επέτρεψε. Τότε το κοπάδι όρμησε προς τον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. Μόλις οι βοσκοί είδαν τι έγινε, έφυγαν και το είπαν στην πόλη και στην ύπαιθρο. Βγήκαν οι άνθρωποι να δουν τι έγινε, και ήρθαν κοντά στον Ιησού. Βρήκαν τον άνθρωπο από τον οποίο βγήκαν τα δαιμόνια, να κάθεται δίπλα στον Ιησού, να φοράει ρούχα και να φέρεται λογικά, και φοβήθηκαν. Όσοι είχαν δει τι είχε γίνει, τους είπαν για το πώς ο δαιμονισμένος σώθηκε. Τότε όλο το πλήθος από την περιοχή των Γαδάρων παρακαλούσαν τον Ιησού να φύγει από κοντά τους, γιατί τους είχε πιάσει μεγάλος φόβος. Εκείνος μπήκε στο πλοιάριο για να γυρίσει πίσω. Ο άνθρωπος από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του. Ο Ιησούς όμως του είπε να φύγει, με τα παρακάτω λόγια: «Γύρισε στο σπίτι σου, και διηγήσου όσα έκανε σ’ εσένα ο Θεός». Εκείνος έφυγε διαλαλώντας σ’ όλη την πόλη όσα έκανε σ’ αυτόν ο Ιησούς.

(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη)



Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, περί του: 

 «Εξελθόντι τω Ιησού εις την γην υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως ος είχεν δαιμόνια εκ χρόνων ικανών»

«Ο ων εκ του Θεού τα ρήματα του Θεού ακούει», λέγει ο Κύριος. Δηλαδή υπακούει στις εντολές του Θεού, και μετατρέπει τους λόγους σε έργα, ζει και πολιτεύεται κατά Χριστόν, εκτελεί το θέλημα του Ουρανίου Πατρός, και γίνεται «κληρονόμος μεν Θεού, συγκληρονόμος δε Χριστού». Όποιος όμως παρακούει τον Θεό, διαπράττει την αμαρτίαν, και επιδίδεται σ’ αυτήν αμετανοήτως. Είναι δούλος της αμαρτίας και ουκ έστιν εκ του Θεού, αλλά εκ του πονηρού», αφού με την κακήν προαίρεση μεταπλάσσει την φύση την οποίαν έλαβεν από τον Θεόν, και την εξομοιώνει με τον πατέρα της απωλείας. Γι’ αυτό και ο Κύριος έλεγε στους Ιουδαίους, «υμείς εκ του πατρός υμών του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας αυτού θέλετε ποιείν».
Αυτού του είδους οι άνθρωποι είναι αθλιότεροι και από τους φανερά δαιμονιζομένους, έστω και αν διαφεύγουν την προσοχή των πολλών.

Πράγματι, ενώ οι δαιμονιζόμενοι κατακόπτουν τα σώματά τους και μερικές φορές βλάπτουν σωματικώς όποιους συναντούν, εκείνοι που δια των πονηρών επιθυμιών έχουν εξομοιωθεί με τον αρχέκακον εχθρό, διαφθείρουν τις ψυχές τις ιδικές τους και όσων τους συναναστρέφονται απρόσεκτα. Και ενώ οι πρώτοι στον καιρό του θανάτου αποβάλλουν μαζί με το σώμα και την επήρεια των δαιμόνων, οι δεύτεροι, επειδή αμαρτάνουν αμετανοήτως, έχουν αθάνατον και αναπόβλητον την βλάβην. Επίσης, τον ενοχλούμενον φανερώς από τον δαίμονα όλοι τον λυπούμεθα όταν τον αντικρύσωμε, ενώ τον φονέα και τον φιλάργυρον, τον υπερήφανον και τον αναίσχυντον, και τον ανυπότακτον και όλους τους ομοίους των, όχι μόνον δεν τους λυπούμεθα, αλλά και τους μισούμε. Διότι ο ένας περιπίπτει στο πάθος ακουσίως, ενώ ο φιλαμαρτήμων, προσελκύει ελευθέρως το κακόν, μερικές φορές μάλιστα αποκρύπτοντας την βλαπτικότητα και την κακοήθεια της νόσου του.

Επειδή όμως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν την εναντίον μας μανίαν του διαβόλου, από τις επιθέσεις εκείνου κατά της ψυχής και από την συνεργία του στην αμαρτία, παρεχώρησεν ο Θεός να υπάρχουν και κατά το σώμα δαιμονοφόρητοι, ώστε να μάθουμε από αυτούς όλοι, πόσον φοβερά είναι η κατάστασις της ψυχής που έκαμε τούτον ένοικόν της δια των πονηρών έργων. Όταν δε ο Μονογενής Υιός του Θεού, από απροσμέτρητον πέλαγος φιλανθρωπίας, έκλινεν ουρανούς και κατήλθε στην γη, για να ελευθερώσει τις ψυχές μας από την τυραννία του διαβόλου, απεδίωκε τα δαιμόνια και από τους φανερά κατά το σώμα δαιμονιζομένους. Το έκαμε αυτό για να παρουσιάσει και να επιβεβαιώσει με την φανερώς ενεργουμένην ελευθερία και ίαση, την γινομένην κρυπτώς ελευθερία και ίαση της ψυχής.

Πράγματι, και όταν εχάρισε την θεραπεία στην ψυχή του παραλυτικού, όχι μόνον δεν επευφημήθη από εκείνους που έβλεπαν μόνον τα φαινόμενα, αλλά και εβλασφημήθη. Γι’ αυτό εθεράπευσε και την σωματικήν του παράλυση, για να μάθουν, όπως ο ίδιος έλεγε προς τους παρόντες, ότι «εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου επί της γης αφιέναι αμαρτίας».
Κυρίως γι’ αυτό λοιπόν απομακρύνει τους δαίμονες από τους δαιμονιζομένους, για να μάθωμε ότι αυτός είναι που τους αποδιώκει και από τις ψυχές μας, και μας χαρίζει την αιωνίαν ελευθερίαν.

«Εξελθόντι γαρ εις την γην», σύμφωνα με την αναγινωσκομένην σήμερα περικοπήν του Ευαγγελίου, «υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως, ος είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών, και ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο, και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ’ εν τοις μνήμασιν». Εξήλθε, λέγει, όχι ήλθε στην ξηρά, για να δείξει ότι ήλθε με πλοίον, αφού ήδη και την θύελλα του ανέμου κατέπαυσε, και την θάλασσαν εγαλήνευσε με την επιτίμησή του. Διότι όταν από την Γαλιλαίαν επεβιβάσθη στο πλοίο με τους μαθητάς του, είπε προς αυτούς, όπως λέγει παραπάνω ο Ευαγγελιστής: «διέλθωμεν εις το πέραν». Από εδώ φαίνεται ότι προείδε το γεγονός, και από ευσπλαγχνίαν ήλθεν αυτόκλητος βοηθός στον βασανιζόμενον τόσον δεινώς και πολυετώς από τους δαίμονες. Ο Λουκάς λοιπόν λέγει ότι ήταν ένας και είχε πολλά δαιμόνια, ο Μάρκος όμως ομιλεί και αυτός περί ενός, «αλλ’ εν πνεύματι ακαθάρτω». Ο δε Ματθαίος ισχυρίζεται ότι ήσαν δύο μαζί και εβασανίζοντο από πολλά δαιμόνια.

Την αιτίαν δε, για την οποίαν άλλοι Ευαγγελισταί ομιλούν για έναν, άλλοι δε για περισσοτέρους, και δαιμονιζομένους και δαιμόνια, την εφανέρωσε και ο Λουκάς και ο Μάρκος. Διότι το ένα, το οποίον ο Μάρκος ωνόμασεν ακάθαρτον πνεύμα, εξεταζόμενο στην συνέχεια από τον Κύριον λέγει «λεγεών όνομά μοι, ότι πολλοί εσμέν». Πράγματι λεγεών είναι ορμαθός και πολυάριθμον σύστημα αγγέλων ή ανθρώπων, οι οποίοι στέκονται, μετακινούνται μαζί και αποβλέπουν και κινούνται προς ένα έργον και σκοπόν. Γι’ αυτό και οι δαιμονιζόμενοι εκείνοι, επειδή ενεργούντο και εκινούντο από ένα τοιούτο σύστημα, ευρίσκοντο αδιασπάστως μαζί στα μνήματα και στα όρη, και μαζί εβασανίζοντο. Γι’ αυτό άλλοτε μεν καλούνται ενικώς, άλλοτε δε πληθυντικώς, και αυτοί και τα πονηρά πνεύματα που τους ταλαιπωρούσαν.

Δεν ανεγνώρισε δε απλώς τον Ιησούν ο λεγεών δια μέσου του ανθρώπου εκείνου, αλλά και «προσέπεσε και φωνή μεγάλη ανεκραύγασε: τι εμοί και σοί, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Δέομαί σου, μη με βασανίσεις. Παρήγγειλε γάρ» λέγει, «ο Κύριος τω ακαθάρτω πνεύματι εξελθείν από του ανθρώπου». Έχοντας καταπλεύσει επί τούτου ο Κύριος από ευσπλαχνία στην παραλίαν εκείνην όπου ζούσε ο δαιμονιζόμενος, διέταξε μεν τον λεγεώνα των δαιμόνων να εξέλθει από τον άνθρωπο, πού όμως να απέλθει δεν του είπε. Γι’ αυτό εκείνο το παμμίαρον σμήνος των πονηρών πνευμάτων κατελήφθη από αμηχανίαν, και εφοβήθη μήπως παραδοθεί τώρα από τον Κύριο στην μέλλουσαν καταδίκη, στην προετοιμασμένην γι’ αυτά γέεννα του πυρός, με την οποία θα παραδοθούν σε τελείαν ακινησίαν, αφού θα καταργηθεί κάθε ενέργειά τους. Ηναγκάσθη λοιπόν να προσέλθει, και να προσπέσει, χρησιμοποιώντας ταπεινότερα και αληθινά λόγια προς τον Κύριον, τα οποία τον εμαρτύρησαν ότι είναι Υιός του Υψίστου. Μέσα στην πονηρία τους ενόμιζαν ότι με αυτήν την μαρτυρία, σαν με κάποιαν κολακεία, θα μεταπείσουν τον Κύριον των όλων.

Και ο Κύριος ανέχθη την μαρτυρία των δαιμόνων, προς καταρτισμόν των ευρισκομένων στο πλοίο. Διότι πριν από λίγο, βλέποντας ο κόσμος τα τόσον μεγάλα θαύματά του στην θάλασσα, έλεγαν μεταξύ τους με απορία: «τις εστίν ούτος, ότι και οι άνεμοι και η θάλασσα υπακούουσιν αυτώ»; Τώρα όμως έμαθαν ότι είναι «ο Υιός του Θεού του Υψίστου». Διότι πάντοτε, ακόμη και ο διάβολος, είναι συνεργός στην βουλήν του Θεού, όχι όμως επειδή το θέλει ούτε αποβλέποντας σ’ αυτό. Γι’ αυτό και κάποιος από τους θεοφόρους λέγει, ότι «το κακόν συνεργεί στο αγαθόν, όχι με καλήν προαίρεση».
Ο δε Κύριος θέλοντας να φανερώσει στους παρόντες ότι ο δαίμων που τόσον φρίττει ενώπιόν του δεν είναι ένας, αλλά πλήθος πολύ, τον ηρώτησε: «τι σοι εστίν όνομα; Ο δε είπεν, λεγεών ονομά μοι, ότι δαιμόνια πολλά εσμέν». Λέγουν ορισμένοι ότι το τάγμα του λεγεώνος αποτελείται από έξι περίπου χιλιάδες.

«Και παρεκάλουν αυτόν», λέγει, «ίνα μη επιτάξει αυτοίς εις την άβυσσον απελθείν». Βλέπεις ότι είναι ο φόβος, όπως είπαμε παραπάνω, αυτός που τους ηνάγκασε και να προσέλθουν, και να προσπέσουν, και να χρησιμοποιήσουν σχήματα και λόγια αληθινά και ταπεινότερα. Κοίταξε όμως και την Παντοκρατορικήν εξουσία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Πράγματι΄ ο δαίμων και χωρίς να το θέλει τον εμαρτύρησε Κύριον και της αβύσσου. Και ποιος είναι αυτός που επιβλέπει αβύσσους; Βεβαίως ο καθήμενος στους ουρανούς, αυτός που περιέχει και κατευθύνει τα πάντα.

Βλέπε δε και ότι το στίφος των δαιμόνων δεν ημπορεί να μένει πουθενά, αν δεν έχει πάρει από αυτόν την άδειαν ή την παραχώρηση. Γι’ αυτό και όταν προσετάχθη από τον Κύριο να φύγει, αλλά δεν έλαβε εντολήν πού να απέλθει, κατελήφθη από μεγάλην βία, και εύρε ως καταφύγιον τους χοίρους, οι οποίοι έβοσκαν στο όρος, ώστε να διαφύγει δι’ αυτών. Αλλά ούτε κατ’ αυτών είχεν από μόνον του την εξουσία, πολύ δε περισσότερον δεν την έχει εναντίον των ανθρώπων. Διότι, λέγει «ην εκεί αγέλη χοίρων πολλών βοσκομένη εν τω όρει. Και παρεκάλεσαν αυτόν ίνα επιτρέψει αυτοίς εις εκείνους απελθείν. Και επέτρεψεν αυτοίς. Εξελθόντα δε τα δαιμόνια από του ανθρώπου, εισήλθον εις τους χοίρους. Και όρμησεν η αγέλη των χοίρων κατά του κρημνού εις την λίμνην και απεπνίγη». Τα δαιμόνια λοιπόν, ζητώντας δήθεν πρόφαση φυγής, και έχοντας κακοποιό προαίρεση, εζήτησαν την άδεια κατά των χοίρων, επειδή ο Σωτήρ τα εδίωκε από τους ανθρώπους. Εσυνειδητοποίησαν ότι την στιγμήν εκείνη δεν εδιώκοντο από έναν ή δύο, αλλά δια του ενός από όλους τους ανθρώπους. Και ο Κύριος τους το επέτρεψε, για να γνωρίσουμε εμείς από όσα έπαθαν οι χοίροι, ότι ούτε τον άνθρωπον εκείνον θα ελυπούντο να τον καταστρέψουν τελείως, αν δεν ανεχαιτίζοντο και πριν αοράτως από την δύναμιν εκείνου.

«Ιδόντες δε», λέγει, «οι βόσκοντες, έφυγον. Και απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς το γεγονός». Λάβετε τώρα παρακαλώ στον νου σας τον άσωτον υιόν του Ευαγγελίου, που εσώθη με την απομάκρυνσιν από τους χοίρους, για να καταλάβετε ποιοι ήσαν αυτοί που έβοσκαν τους χοίρους, ή μάλλον ποιοι ομοιάζουν με αυτούς. Πράγματι ο χοιρώδης βίος εξ αιτίας της ακαθαρσίας του, συμβολίζει κάθε πονηρόν πάθος. Και χοίροι είναι κυρίως αυτοί που περιφέρουν τον ρυπωμένον από την σάρκα χιτώνα. Προϊστάμενοί τους, ένα είδος βοσκών, είναι εκείνοι που υπερέχουν από αυτούς στην ηδυπάθεια, και λαμβάνουν πρόνοιαν για την σάρκα και την δίαιτά τους, εις τρόπον ώστε να εκπληρώνουν την επιθυμία τους.
Σ’ εμάς όμως δεν επιτρέπει ο χρόνος ούτε, όπως βλέπετε, ο θόρυβος του πλήθους, να ασχοληθούμε λεπτομερώς με την συνέχεια, ποία δηλαδή είναι η γύμνωσις που προκαλείται στην ψυχήν από την αμαρτία, την οποίαν υπεδήλωνε ο δαιμονιζόμενος εκείνος, και ποία η διαβίωσις στα όρη (διότι, λέγει «ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ’ εν τοις μνήμασι») και ποίες οι αλυσίδες, οι χειροπέδες και τα δεσμά τα οποία εκείνος έσπαζε και έφευγε διωκόμενος.

Αλλά ας αποφύγωμε και εμείς, μάλιστα οι μοναχοί, την συναναστροφή και συμβίωση με τους χοίρους. Διότι κατά το Σολομώντειον λόγιον «φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί», και ως επί το πλείστον καθένας είναι ή γίνεται όμοιος με τους συντρόφους του. Τι το όφελος να φύγεις οριστικώς από τον κόσμο και να καταφύγεις στα αφιερωμένα στον Θεόν φροντιστήρια, να εξέρχεσαι όμως καθημερινώς από αυτά και να συμφύρεσαι πάλι με τον κόσμο; Πώς, ειπέ μου, τριγυρνώντας στις αγορές θα αποφύγεις τα προσανάμματα των παθών, δια των οποίων επέρχεται ο θάνατος της ψυχής, που χωρίζει τον άνθρωπον από τον Θεόν; Αυτός είναι ο θάνατος «ο αναβαίνων εις ημάς δια των θυρίδων», οι οποίες είναι μέσα μας, δηλαδή των αισθήσεων. Αυτές έγιναν αφορμή να εκπέσουν από την αθανασίαν και οι προπάτορες εκείνοι.

Ας φύγωμε λοιπόν όλοι μας μακριά, άλλοι από την συμβίωση με τα κακά, έστω και αν μας φαίνεται ότι υπερτερούμε πολλών στην καταγωγή και στην δόξα και στην σωματικήν ρώμη και στον υλικόν πλούτο, και άλλοι από την ομοίωση προς τους χοίρους, λαμβάνοντας στον νου μας την λίμνην εκείνη του ασβέστου πυρός, μέσα στην οποίαν, φευ!, θα πέσουν όσοι αμετανοήτως υπηρετούν τις προσβολές των δαιμόνων. Και βλέποντας το βάραθρον στο οποίον κρημνίζονται όταν αποθαίνουν, όσοι μέχρι το τέλος τους ομοιάζουν ως προς τον τρόπον της ζωής με τους χοίρους, ας απομακρυνθούμε ανεπιστρόφως από τον όντως δυσώδη βίον της αμαρτίας, και ας προσέλθωμε έτσι καλώς και δικαίως στην πηγήν των μύρων, την οποία μας εχάρισεν ο Θεός, και εκχύνεται δια της λάρνακος από την σωρόν του εντοπίου μας Χριστομάρτυρος (Δημητρίου).

Και αφού με την χρήση τούτων αγιασθούμε και ενισχυθούμε, να κηρύττωμε και στους αγρούς και στις πόλεις, όπου και αν είμεθα, την θειοτάτην δύναμη και ενέργειαν του θείου αυτού μύρου. Δεν εννοώ με την γλώσσα και τα λόγια (διότι ποίος δεν ήκουσε με την ιδικήν του ακοή την συρροή των θαυμάτων που γίνονται εδώ;), αλλά με την μεταβολήν της ζωής μας προς το καλλίτερον, ώστε βλέποντάς μας όλοι να ειπούν, «αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου», με την οποία δεξιάν έχει ζωγραφηθεί ο μέγας Δημήτριος, και δια της οποίας μετασχηματίζει αυτούς που τον πλησιάζουν προς το θειότερον, ώστε να έχει και στον ουρανόν συμπολίτες αυτούς που ευτύχησαν να είναι στην γη συγκάτοικοί του. Αυτό είθε να συμβεί με τις πρεσβείες εκείνου, και να επιτύχωμε όλοι τις υπεσχημένες ουράνιες μονές, και την εκεί συνοίκηση με τους αγίους, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει δόξα εις τους αιώνας».
Αμήν.


(13ος - 14ος αιών - ΕΠΕ Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, τομ. 11, σελ. 196. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 347 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)




Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

ΑΦΙΕΡΩΜΑ - ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΩΣΗΕ

 Προφήτης Ωσηέ
 
Ο Προφήτης Ωσηέ ήταν γιος του Βεηρεί (ή Bενιή) από τη Γαλεμώθ (ή Bαλεθώμ) της φυλής Ισάχαρ και έζησε τον όγδοο αιώνα προ Χριστού, επί βασιλέων του Ιούδα, Οζίου, Ιωάθαμ, Άχαζ, Έζεκία και του Ισραήλ Ιεροβοάμ Β'. Στην Παλαιά Διαθήκη, είναι ο πρώτος από τους δώδεκα μικρούς λεγόμενους προφήτες.

Ο Ωσηέ ήταν ψυχή γεμάτη από ζήλο για το θείο Νόμο, γι' αυτό και στο προφητικό του βιβλίο καταγγέλλει ευθέως το λαό του Ισραήλ, που είχε μολυνθεί από την ειδωλολατρία. Οι συμβολισμοί του θεωρούνται δυσεξήγητοι, αλλά σαφέστατα εκδηλώνει την πίστη του στο Σωτήρα Χριστό. Μάλιστα, ο ίδιος ο Κύριός μας χρησιμοποίησε μια σπουδαία φράση του Ωσηέ, προς τους Φαρισαίους (Ματθ. θ’ 3), η οποία λέει: «Ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν καὶ ἐπίγνωσιν Θεοῦ ἢ ὁλοκαυτώματα» (Ωσηέ, στ' 6). Δηλαδή, λέει ο Θεός μέσω του Ωσηέ: «Προτιμώ την ειρηνική αγάπη σας προς εμένα και όχι τις τυπικές θυσίες, και θέλω να έχετε επίγνωση του θείου θελήματος περισσότερο, παρά τα χωρίς νόημα και ουσία ολοκαυτώματα πού προσφέρετε». Επίσης, φράσεις του Ωσηέ χρησιμοποίησαν και οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος στις επιστολές τους. Ο Ωσηέ λέγεται ότι έζησε 75 χρόνια, και μετά παρέδωσε στο Θεό τη δίκαια ψυχή του.
 

Απο: Ορθόδοξος Συναξαριστής





Διδασκαλία προφήτου Ωσηέ για τον γάμο και την οικογένεια

 

 Ἡ ὑψηλή θέση τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογένειας στήν Παλαιά Διαθήκη φαίνεται καί ἀπό τό ὅτι θέλοντας αὐτή νά ἐκφράσει τήν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους, τήν ἐκφράζει μέ τήν εἰκόνα τοῦ στενοῦ δεσμοῦ τοῦ ἀνδρογύνου. Ἡ ὑπέροχη διδασκαλία, ἡ ὁποία κρύπτεται στήν εἰκόνα αὐτή καί τήν ὁποία διδασκαλία ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη παρέλαβε καί αὐτή ἡ Καινή Διαθήκη (Ἐφ. 5,23 ἑξ. Ἀπ. 19,7-9. 21,2), διατυπώνεται κυρίως ἀπό τόν προφήτη Ὠσηέ. Συνετέλεσε δέ σ᾿ αὐτό ἕνα προσωπικό οἰκογενειακό συμβάν τοῦ προφήτου, τό ὁποῖο, ὁμιλοῦντες τώρα γιά γάμο καί οἰκογένεια κατά τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀξίζει νά τό ἀναφέρουμε: Ὁ προφήτης Ὠσηέ ἦταν ἔγγαμος. Ἔλαβε μία γυναίκα, Γόμερ στό ὄνομα, ἡ ὁποία ἦταν καλή στήν ἀρχή, ἀλλά παρεξέκλινε ἀργότερα, γιατί ἐρωτοτρόπησε μέ ἄλλον ἄνδρα. Αὐτό τό ἀντιλήφθηκε ὁ σύζυγος προφήτης, ἀλλά, ἐπειδή τήν ἀγαποῦσε, τήν ἀνεχόταν μέ τήν ἐλπίδα διορθώσεώς της. Συνέχιζε ὅμως τήν κακή της διαγωγή ἡ Γόμερ, γι᾿ αὐτό καί ὁ Ὠσηέ ἀναγκάστηκε νά τήν ἐκδιώξει ἀπό τήν οἰκία του. Ἐπειδή ὅμως συνέχιζε νά τήν ἀγαπᾶ, ὕστερα ἀπό λίγο καιρό, κατά τόν ὁποῖο ἡ ἁμαρτήσασα σύζυγος εἶχε ἐπιδείξει μετάνοια γιά τήν διαγωγή της, ὁ Ὠσηέ τήν προσέλαβε πάλι στήν οἰκία του καί ἡ σχέση τοῦ ἀνδρογύνου ἔγινε ὁμαλή ὅπως κατά τά πρῶτα ἔτη τοῦ γάμου τους (βλ. Ὠσ. κεφ. 1-3). Ἐπειδή δέ ὁ προφήτης Ὠσηέ τήν στενή σχέση τοῦ ἀνδρογύνου τήν θεωροῦσε ὡς δυνατή εἰκόνα τῆς σχέσεως τοῦ Θεοῦ μετά τοῦ λαοῦ του, αὐτό τό προσωπικό του συμβάν τό ἔλαβε ὡς βάση, γιά νά ἑρμηνεύσει τά συμβαίνοντα στό ἔθνος του καί νά θεολογήσει ἐπ᾿ αὐτῶν. Λοιπόν: Ὅπως ὁ Ὠσηέ ἀπό ὅλες τίς γυναῖκες ἐξέλεξε μία, τήν Γόμερ, μέ τήν ὁποία συνῆψε διαθήκη γάμου, ἔτσι καί ὁ Θεός Γιαχβέ ἐξέλεξε ἕνα ἔθνος, μέ τό ὁποῖο συνῆψε ἱερά διαθήκη ἐπί τοῦ ὄρους Σινᾶ καί συνδέθηκε μαζί του μέ στενή σχέση. Καί ὅπως ἡ γυναίκα Γόμερ ἦταν πιστή στό σύζυγό της Ὠσηέ στήν ἀρχή, ἔτσι καί ὁ Ἰσραήλ ἦταν πιστός στόν Θεό του ἀρχικά, τότε, κατά τήν πορεία του στήν ἔρημο. Ἀλλά ὅπως ἡ Γόμερ ἀργότερα ἐρωτοτρόπησε μέ ἄλλον ἄνδρα, ἔτσι καί ὁ Ἰσραήλ, ἀργότερα, ὅταν ἐγκαταστάθηκε στήν Χαναάν, ἐλησμόνησε τόν νόμιμο «σύζυγό» του, τόν Γιαχβέ, καί ἐρωτοτρόπησε μέ τά εἴδωλα τῶν Χαναναίων καί ἐλάτρευσε αὐτά. Καί ὅπως πάλι ὁ προφήτης ἀπεδίωξε τήν γυναίκα του γιά τήν μοιχεία της, ἔτσι καί ὁ Γιαχβέ θά ἐκδιώξει τόν λαό του μακρυά στήν Βαβυλώνα γιά τήν ἀποστασία του. Αὐτό τό συμβάν, Σεβασμιώτατοι πατέρες, ἀποτελεῖ «κλειδί» ἑρμηνείας τοῦ ὅλου βιβλίου τοῦ προφήτου Ὠσηέ, ἔχει δέ ὡς βάση, ἐπαναλαμβάνουμε, τήν ὑψηλή τοποθέτηση τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογένειας ὡς εἰκόνας τῆς σχέσεως τοῦ Θεοῦ μέ τόν λαό του. 


Απόσπασμα απο την εισήγηση του Μητροπολίτου Γόρτυνος Ιερεμία στην Ιερά Σύνοδο για την οικογένεια. (16 Οκτ 2013)



 Δείτε: εποπτικό μάθημα για τον Προφήτη Ωσηέ
http://youtu.be/AZIvTgdcsSg




Ακούστε:  Προφήτης Ωσηέ - Το βιβλίο της Π.Δ σε AUDIO
http://youtu.be/yqU0F7xOiXc



Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Τοῦ Προφήτου σου Ὡσηὲ τὴν μνήμην, Κύριε ἑορτάζοντες, δι' αὐτοῦ σε δυσωποῦμεν· Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον ἔσοπτρον, τοῦ Παρακλήτου, ἐχρημάτισας, σοφὲ Προφῆτα, τᾶς σεπτᾶς ἐκφαντορίας δεχόμενος, ὅθεν ἐν κόσμῳ μελλόντων τὴν πρόγνωσιν, ὥσπερ φωτὸς λαμπηδόνας ἐξήστραψας. Ὠσηὲ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ὑπέκλινας τὸ οὖς, τῷ λαλοῦντι Προφήτα, καὶ πάντων μυηθείς, τῶν μελλόντων τὴν γνῶσιν, Χριστοῦ προεσήμανας, παρουσίαν τὴν ἔνθεον· ὅθεν σήμερον, τὴν Παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζοντες, τὸν Λυτρωτὴν ἀνυμνοῦμεν, τὸν σὲ μεγαλύναντα.


 προφήτης Ωσηέ

Οκτακόσια χρόνια πριν από το Χριστό ο προφήτης Ωσηέ, ο πρώτος από τους 12 «μικρούς» προφήτες, μια ψυχή «λεπτή, βαθιά, περιπαθής και ορμητική», εμπνευσμένος από τη θεία αποκάλυψη, συνοψίζει το προφητικό, ποιητικό του κήρυγμα στο λόγο:
«Έλεος θέλω και ου θυσίαν και επίγνωσιν Θεού ή ολοκαυτώματα» (Ωσ. στ’ 6)
Οκτακόσια χρόνια αργότερα, όπως διαβάζουμε στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, δύο φορές ο Χριστός επαναλαμβάνει τα λόγια του προφήτη Του, προτρέποντας να εμβαθύνουμε σ’ αυτά, να μάθουμε τι σημαίνουν.
Αν το κατορθώσουμε, θα μπορέσουμε, χωρίς τις φαρισαϊκές διαμαρτυρίες, να καταλάβουμε γιατί προτιμούσε ο Χριστός να συντρώγει με αμαρτωλούς και γιατί άφηνε, μέρα Σάββατο, τους πεινασμένους μαθητές του να κόβουν στάχυα, καθώς βάδιζαν στους αγρούς. Θα προσεγγίσουμε την καρδιά και το νου του Χριστού.
«Πορευθέντες δε μάθετε τι εστίν έλεον θέλω και ου θυσίαν· ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. Θ’ 13). Και πάλιν: «ει δε εγνώκειτε τι εστίν έλεον θέλω και ου θυσίαν, ουκ αν κατεδικάσατε τους αναίτιους» (Ματθ. Ιβ΄ 7).
Ευαγγελικός, πριν από το Ευαγγέλιο, ο προφήτης Ωσηέ, μια φύση υιού Ζεβεδαίου, όπως είπαν, σαλπίζει και σήμερα ό,τι πιο υιικό, αληθινό και βαθύ ζητάει ο Θεός από τον άνθρωπο. «Έλεος θέλω και ου θυσίαν».
Το ωραιότερο χωρίο της Παλαιάς, που επαναλαμβάνεται στην Καινή Διαθήκη, όπως χαρακτήρισαν.
Η θυσία και το έλεος.
Το εξωτερικό δώρο και η εσωτερική πρόθεση.
Η τυπική συμμόρφωση και μαζί η ουσιαστική απόσταση.
Η εφησυχασμένη συνείδηση σε μια διχασμένη ψυχή.
Το ζωντανό σώμα, που παραδίδεται στη φωτιά μιας άχρηστης θυσίας και μια καρδιά νεκρή στο άγγιγμα της αληθινής αγάπης.
Η αναγκαστική υποταγή του υπηρέτη ή η ολόκαρδη καταφυγή του παιδιού στην πατρική στοργή;
Η αμοιβή ή η τιμή;
«Έλεος θέλω και ου θυσίαν».
Σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια η προσωπική σχέση του ανθρώπου με το Θεό κρίνεται πάνω σ’ αυτή τη φράση.
Εσάς προτιμώ από τα άψυχα έργα σας.
Εμείς μερικές φορές διαλέγουμε το αντίθετο.
Πάνω στην ίδια φράση κρίνεται και η διαπροσωπική μας σχέση με το συνάνθρωπο. Συμμετέχουμε σ’ αυτή με μια καρδιά που τιμά και συμπονεί ή που «προσφέρει» και περιφρονεί; Μας κινεί η αγάπη ή η ανάγκη ;
Σ’ αυτά τα τελευταία χρόνια περίσσεψαν τα έργα μας, περίσσεψαν οι άσπλαχνες ενέργειές μας, γι’ αυτό απομένουμε διψασμένοι για έλεος.
Ο λόγος του «προφήτη της Αγάπης» μας οδηγεί στην επίγνωση και την προσέγγιση της πηγής του Θείου ελέους, ν’ αντλήσουμε νερό, να δροσίσουμε και τους αδελφούς μας.
πηγή:
http://www.xfd.gr/?p=1928




Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ



Του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου
Γι’ αυτό, αδελφοί μου Χριστιανοί, μη σκανδαλίζεσθε αμέσως, μόλις ακούσετε κανένα λόγο που δεν σας αρέσει. Ούτε και να ταράζεσθε, όταν δήτε κανένα πράγμα, το οποίο εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως είναι άπρε­πο.
Όχι, αλλά κάνετε υπομονή και σκεφθήτε καλά, μήπως ο λόγος εκείνος είναι ωφέλιμος και καλός και εκείνος που τον λέει έχει σκοπό και διάθεσι να σας ωφελήση και να σας διορθώση· εσείς όμως από το πάθος που έχετε σκανδαλίζεσθε και, πιστεύοντας στις υποψίες σας, νομίζετε ότι είναι σκληρός ο λόγος εκείνος και ονομάζετε αυτόν που τον λέει σκανδαλοποιό και φιλοτάραχο.
Όμοια και όταν δήτε και μάθετε πως, ας υποθέσουμε, ένας άδελφός σας έκανε κακό, μη σκανδαλίζεσθε και ταράζεσθε και αρχίζετε αμέσως τις κατηγορίες, αλλά να εξετάζετε πρώτα, αν είναι αληθινό εκείνο που μάθα­τε. Διότι όχι μόνο η ακοή του ανθρώπου ψεύδεται και κάνει λάθη, αλλά πολλές φορές και τα ίδια του τα μάτια τον απατούν και του δείχνουν αλ­λο αντί άλλου· το κουπί το δείχνουν τσακισμένο μέσα στο νερό, και την γη, που είναι ακίνητη την δείχνουν ότι κινείται, όταν βρίσκεται σε καρά­βι.
Γι’ αυτό ο θεοφόρος Μάξιμος παραγγέλλει τα εξής· «Να μην ανέχεσαι τις υπόνοιές σου η και άλλων ανθρώπων για σκάνδαλα σε βάρος ωρισμένων άλλων. Διότι εκείνοι που παραδέχονται σκάνδαλα, που συμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο η με την διάθεσι της ψυχής η χωρίς αυτήν, δεν γνωρίζουν την οδό της ειρήνης, που οδηγεί με την άγάπη τους εραστές της στην γνώσι του Θεού».
Αφού δε βεβαιωθήτε πως το κακό εκείνο και η αμαρτία, που έκανε ο αδελφός, είναι αληθινό, τότε πρέπει να θυμηθήτε την εντολή του Θεού, που λέει· «Μην κρίνετε, για να μην κριθήτε» ( Ματθ. 7,1). Έχετε χρέος δηλαδή να μη κατακρίνετε τον αδελφό εκείνο ως αμαρτωλό και φταίχτη, αλλά να πήτε εκείνο το λόγο, που είπε ένας Αββάς· «Σήμερα έσφαλε εκείνος ο αδελφός και αύριο σφάλλω εγώ. Εκείνος έκα­νε μικρό σφάλμα, εγώ όμως κάνω μεγάλα σφάλματα».
Αλλά και αν είναι Πατριάρχης η Αρχιερέας η ιερέας η μοναχός η κα­ποιος άλλος μεγάλος και αξιωματούχος, αυτός που διέπραξε εκείνη την αμαρτία, μη σκανδαλισθήτε ούτε αυτό να γίνη εμπόδιο στον ευθύ δρόμο της αρετής και γκρεμισθήτε στην ίδια αμαρτία για το κακό παράδειγμα εκείνου, αλλά σκεφθήτε ως φρόνιμοι και συνετοί άνθρωποι και πείτε· «Τι σημασία έχει, που είναι Πατριάρχης και Αρχιερέας και ιερέας και μοναχός; Τι σημασία έχει που είναι Άρχοντας και Συγκλητικός και Βασιλιάς; και αυτός άνθρωπος είναι και τα ίδια πάθη, που έχουν όλοι οι άνθρωποι, έχει και αυτός.
Επομένως, ως άνθρωπος είναι ομοιοπαθής και έχει την ίδια φύσι, για­τι να είναι παράξενο που νικήθηκε από το πάθος και έσφαλε; Μήπως ει­ναι άγγελος η άϋλος η μήπως το αξίωμα και το επάγγελμα, που έχει, τον έκανε ανώτερο από την ανθρώπινη φύσι; Όχι. Λοιπόν, γιατί να σκανδαλισθώ εγώ και να ταραχθώ; Γιατί να παρακινηθώ και εγώ να αμαρτήσω, επειδή αμάρτησε εκείνος; η γιατί να παρακινηθώ να τον κατηγορήσω;
Πρέπει μάλιστα να τον σκεπάσω, όσο μπορώ και να καλύψω την αμαρτία του: α΄) για να μην ακούη και ο άλλος Χριστιανός και σκανδαλίζεται και αμαρτάνει, β΄) για να μη την ακούσουν και οι Εθνικοί και οι Αιρετικοί και χαροϋν και κατηγορήσουν την Ορθόδοξη πίστι μας και βλασφημήσουν τον Χριστό, όπως και ο Δαβίδ παρήγγειλε στους Εβραίους να μη γνωστοποιήσουν τον φόνο του Σαούλ και του Ιωνάθαν, για να μην τον ακούσουν οι αλλόφυλοι και χαρούν· «Μη το αναγγείλετε στην Γεθ και μη το διαλαλήσετε στους δρόμους της Ασκάλωνος, για να μη χα­ρούν οι θυγατέρες των απερίτμητων» (Β΄ Βασ. 1,20). γ΄) Διότι, αν εγώ σκεπάσω το αμάρτημα του αδελφού μου και ο Θεός θα σκεπάση και τα δικά μου αμαρτήματα, όπως έλεγε και ο Αββάς Ποιμήν· «Εάν καλύψουμε του αδελφού το αμάρτημα, θα καλύψη ο Θεός και τα δικά μας». Καί δ΄) γιατί εκείνος, που δεν φανερώνει, αλλά σκεπάζει τα σφάλματα των πνευματικών του Πατέρων, που είναι οι Πατριάρχες και οι Αρχιερείς και ιερείς και Πνευματικοί ιεροδιδάσκαλοι, αυτός μοιάζει με τους δύο εκείνους καλούς γυιούς του Νώε, τον Σημ και τον Ιάφεθ, οι οποίοι δεν θέλη­σαν να φανερώσουν στους άλλους, αλλά ούτε να δούν μόνοι τους την γύμνωσι του πατέρα τους του Νώε και τον σκέπασαν με ρούχα πηγαίνοντας πίσω - πίσω, για να μη την δούν ούτε αυτοί ούτε οι άλλοι·
«Τότε ο Σημ και ο Ιάφεθ αφού πήραν έναν μανδύα τον έβαλαν στον ώμο τους και με τα πρόσωπα γυρισμένα αλλού πήγαν πισωπατώντας και δεν είδαν την γύμνωσι του πατέρα τους» ( Γεν. 9,23). Γι’ αυτό, όπως αυτοί πήραν την ευλογία από τον σαρκικό τους πατέρα Νώε· «Ευλογημένος να είναι ο Κυ­ριος ο Θεός του Σημ... να αυξήση ο Θεός τον λαό του Ιάφεθ» (Γεν. 9,26), έτσι και εκείνος, που σκεπάζει τα σφάλματα των πνευματικών του Πατέ­ρων, παίρνει ευλογία άπό αυτούς και από τον ίδιο τον Θεό. Αντίθετα πα­λι, όποιος φανερώνει και διαπομπεύει και θεατρίζει στους άλλους τα σφάλματα των πνευματικών του Πατέρων, αυτός είναι ίδιος με τον Χαμ, τον διεστραμμένο εκείνο γυιό του Νώε, ο οποίος όχι μόνο στάθηκε και είδε την γύμνωσι του πατέρα του Νώε, αλλά την φανέρωσε και στους αλ­λους αδελφούς· γι’ αυτό πήρε και την κατάρα από τον πατέρα του να είναι δούλος στους αδελφούς του· αυτή την κατάρα κληρονομεί πνευματικά και εκείνος, που θεατρίζει το σφάλμα των πνευματικών του Πατέρων.
Τι λέω; Όχι μόνο κατάρα παίρνει αυτός που διαπομπεύει τα σφάλματα των πνευματικών του Πατέρων, αλλά και άξιος θανάτου είναι. Διότι, αν εκείνος, που βρίζει και κακολογεί τον σαρκικό του πατέρα, είναι άξιος θανάτου, όπως ορίζει ο Θεός· «Όποιος κακολογεί τον πατέρα η την μητέ­ρα του είναι άξιος θανάτου» (Έξοδ. 21,17), πόσο περισσότερο είναι α­ξιος θανάτου αυτός που κατηγορεί και θεατρίζει τους πνευματικούς του πατέρες; Διότι όσο ανώτερο είναι το πνεύμα από την φύσι και η ψυχή α­πο το σώμα, τόσο και οι πνευματικοί Πατέρες είναι ανώτεροι από τους φυσικούς και σαρκικούς Πατέρες. Καί αν ο Θεός απαγορεύη να κατηγορή κάποιος τους πολιτικούς άρχοντες του λαού, διότι λέει· «Δεν θα κατηγορήσης τον άρχοντα του λαού σου» (Έξοδ. 22 28), πόσο περισσότερο άπαγορεύει να κατηγορή κανείς τους εκκλησιαστικούς άρχοντες του λαού, όπως είναι οι Πατριάρχες, οι Αρχιερείς, οι ιερείς και όλοι οι πνευματικοί ποιμένες και δάσκαλοι; Λέει και ο άγιος Μάξιμος· «Μην άνέχεσαι να άκούς κακόλογα εναντίον του πνευαμτικού σου πατέρα, ούτε να κάνης περισσότερο πρόθυμο εκείνον που ομιλεί προσβλητικά γι’ αυτόν, για να μη οργισθή ο Κύριος για τα έργα σου και σε εξαφανίση από την γη των ζώντων» (κεφ. νθ΄ της α΄ εκατοντάδος περί Αγάπης).
 

agiosdimitrioskouvaras.blogspot.gr
*Από το βιβλίο: Χρηστοήθεια των χριστιανών

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

ΠΩΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΦΟΡΟ!!!!







Το πρόσφορο 











ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΖΑΧΟΛΗΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ
ΜΕΤΟΧΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ
ΠΩΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΦΟΡΟ;






α. Και κατ' αρχήν θα πρέπει να πούμε πως το ψωμί που προσφέρεται στην Ευχαριστία για να αγιαστεί και να γίνει Σώμα Χριστού ονομάζεται ευλογία ή προσφορά ή πρόσφορο ή αναφορά ή και σκέτη λειτουργιά. Πρέπει να ζυμώνεται με επιμέλεια στο σπίτι. Και όπως δεν γίνονται δεκτοί για να προσφέρουν το Δώρο τους οι πιστοί που παραμένουν στις πτώσεις τους, έτσι και στην παρασκευή του προσφόρου επιβάλλεται να τηρούνται οι βασικές προϋποθέσεις. Δηλαδή, ο άνθρωπος που θα ασχοληθεί με αυτήν οφείλει να είναι πιστός, ευλαβής, μετανοών για τις αμαρτίες του και καθαρός στο σώμα του. Στις μονές ειδικό πρόσωπο αναλαμβάνει να επιτελεί αυτό το διακόνημα (προσφοράρης).
β. Το πρόσφορο ζυμώνεται με σταρένιο αλεύρι πρώτης ποιότητας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν χρησιμοποιεί άζυμο άρτο, όπως οι Ρ/Καθολικοί. Και τούτο διότι τηρεί με ακρίβεια την παράδοση που μας έχουν διασώσει οι θείοι Ευαγγελιστές και μάλιστα ο Ιωάννης. Σύμφωνα με τη διήγηση του, ο Κύριος έφαγε με τους μαθητές Του τον Μυστικό Δείπνο 24 ώρες πριν από το εβραϊκό Πάσχα, στη διάρκεια του οποίου χρησιμοποιούνταν άζυμα. Αυτό σημαίνει ότι ο Κύριος παρέδωσε το μυστήριο της Ευχαριστίας χρησιμοποιώντας ένζυμο ψωμί, από αυτό που έτρωγαν και οι Εβραίοι όλες τις ημέρες του χρόνου, έκτος από την ημέρα του Πάσχα. ’λλωστε και η Ρ/Καθολική Εκκλησία τη θεωρία περί αζύμου άρτου την πρωτοεμφάνισε κατά τον 11ο αιώνα. Μέχρι τότε χρησιμοποιούσε για τη θ. Λειτουργία ένζυμο άρτο, όπως και εμείς. Πρόκειται επομένως για νεωτερισμό απόβλητο. Για την παρασκευή του προσφόρου χρησιμοποιείται καθαρό σιτάρι και όχι άλλο δημητριακό (σίκαλις, αραβόσιτος κ.λπ.).
γ. Το πρόσφορο παρασκευάζεται με προζύμι. Ευσεβείς γυναίκες που καταπιάνονται με το ζύμωμα του προσφόρου, συνηθίζουν να «πιάνουν» το προζύμι με βασιλικό από τον Τίμιο Σταυρό, αντί με κοινή μαγιά. Πρόκειται για ευλαβική συνήθεια που προδίδει βαθιά πίστη. Και είναι και αυτό τρανή απόδειξη της ιερότητας της όλης εργασίας, που στηρίζεται πάνω στην θαυματουργούσα πίστη μας. Η διαδικασία της προετοιμασίας του ζυμώματος είναι μεν απλή, όμως επιβάλλεται να συνοδεύεται και από μία ανάλογη προς την ιερότητα του έργου ετοιμασία. Κατά την ώρα επομένως αυτή τηρείται σιγή, γίνεται προσευχή, ανάβεται κερί και καίεται λιβάνι.
δ. Αφού ετοιμαστεί το προζύμι, ακολουθεί το ζύμωμα σε χώρο καθαρό και σε σκεύη που χρησιμοποιούνται μόνο γι' αυτό το σκοπό. Προς τούτο, πρέπει να στρωθεί κατάλληλα με λευκή καθαρή πετσέτα το τραπέζι πάνω στο οποίο γίνεται το ζύμωμα, ενώ πάνω στο τραπέζι καίει κερί και θυμίαμα. Η νοικοκυρά που ζυμώνει έχει χέρια καθαρά και ρούχα καθαρά και προσεύχεται κατά την ώρα του ζυμώματος. Όταν τελειώσει το ζύμωμα, θα πλασθεί το στρογγυλό καρβέλι για να τοποθετηθεί επάνω του η σφραγίδα. Το πρόσφορο είναι στρογγυλό. Παλαιότερα, προ της αλώσεως, χρησιμοποιούνταν τετράγωνα πρόσφορα. Σήμερα είναι στρογγυλά. Συμβολίζουν το «άναρχον» και «ατελεύτητον» του Θεού.
Η σφραγίδα που «πατιέται» επάνω στο ζυμάρι εικονίζει ένα σταυρό. Το κάθετο τμήμα του απαρτίζεται από τρία ισομερή τετράγωνα τεμάχια, καθένα εκ των οποίων εικονίζει σταυρό, και στα τέσσερα άκρα του τα γράμματα ΙΣ-ΧΡ-ΝΙ-ΚΑ (Ιησούς Χριστός Νικά). Στο οριζόντιο τμήμα του ο σταυρός περιλαμβάνει δύο τετράγωνα εκατέρωθεν του κεντρικού, που εικονίζουν το μεν την Παναγία, σε σχήμα τριγώνου με τα αρχικά Μ και Θ (Μήτηρ Θεού), το δε τα 9 τάγματα των αγγέλων σε σχήμα 9 μικρών τριγώνων σε σειρές από τρία τριγωνάκια σε κάθε σειρά. Οι σφραγίδες αυτές, που είναι ξύλινες και σκαλιστές, κατασκευάζονται βασικά στο Αγ. Όρος ή και σε άλλα μοναστήρια με μεγάλη δεξιοτεχνία. Στο εμπόριο διατίθενται και πλαστικές, που πρέπει να αποφεύγονται ως ευτελείς.
«Όχι δε από σιτάρι μόνον πρέπει οι χριστιανοί να κατασκευάζουν τας προσφοράς του άρτου αλλά και από σιτάρι το πλέον εκλεκτόν, το οποίον με διαφορετικόν τρόπον από το κοινόν ψωμί, πρέπει να το παστρεύουν και να το αλέθουν και να το ζυμώνουν και να το φουρνίζουν, την δε προσφορά του οίνου ήτοι το νάμα, πρέπει να το διαλέγουν και αυτό, όπου να μην είναι ξύδι, ή μούστος, ή πετμέζι ή άλλο τι γέννημα της αμπέλου, αλλά από μόνον κρασί και κρασί καλόν και κόκκινον, διατί το κόκκινον έχει περισσοτέραν αναλογίαν και ομοιότητα με το αίμα, εις το οποίον έχει να μεταβληθή εν τοις μυστηρίοις. Διότι εκείνοι οπού τοιαύτας εκλεκτάς προσφοράς προσφέρουσιν εις τον Θεόν, παρομοιάζουσι με τον 'Αβελ, του οποίου εδέχθη την θυσίαν ο Κύριος. Όσοι δε, όχι από τα καλύτερα, αλλά από τα κατώτερα προσφέρουσιν εις τον Θεόν, ούτοι με τον Κάϊν παρομοιάζουσι, του οποίου δεν εδέχθη τα δώρα ο Θεός, αλλά τα απεστράφη» (Νικοδήμου Αγιορείτου, Ερμηνεία Η' κανόνος Θεοφ. Αλεξανδρείας).
ε. Όταν το πρόσφορο ψηθεί στο φούρνο, τυλίγεται σε καθαρή πετσέτα και έτσι προσφέρεται στον ιερέα για τη θ. Λειτουργία. Τουλάχιστον 2 πρόσφορα χρειάζονται για κάθε θ. Λειτουργία, κατά τον αγ. Νικόδημο τον Αγιορείτη. Από το ένα θα εξαχθεί μόνο ο Αμνός και από το άλλο οι υπόλοιπες μερίδες (Πηδάλιον, σ. 83). Από το πρόσφορο ο Ιερεύς θα «προσκομίσει», δηλαδή θα κόψει με την αγία Λόγχη, 5 συνολικά τεμάχια. Το πρώτο είναι το κεντρικό τετράγωνο στο σταυρικό σχήμα που περιγράψαμε. Αυτό εξάγεται με προσοχή και συμβολίζει τον Αμνό, δηλαδή τον Ιησού Χριστό. Ο Αμνός τοποθετείται από τον λειτουργό ιερέα πάνω στο Αγ. Δισκάριο και στο μέσον αυτού. Ακολουθεί η εξαγωγή της «μερίδος» της Θεοτόκου. Ο ιερεύς κόβει το τρίγωνο από το αριστερό μέρος του προσφόρου και το τοποθετεί στα δεξιά του Αμνού, πάνω στο Αγ. Δισκάριο.
Έπειτα κόβονται οι «μερίδες» των Αγγέλων, 9 τον αριθμό, που βρίσκονται στα δεξιά του προσφόρου, και τοποθετούνται στο αριστερό του Αμνού και αυτές χωριστά μία μία πάνω στο Αγ. Δισκάριο. Τέλος κόβονται και άλλα δύο τεμάχια, το ένα για τη μνημόνευση των ζώντων και το άλλο για τους κεκοιμη-μένους. Δηλαδή ο ιερεύς προετοιμάζοντας την πρόθεση, μνημονεύει τα ονόματα που του δίνουν οι πιστοί ή ονόματα που ο ίδιος γνωρίζει βγάζοντας από κάθε τεμάχιο, ανάλογα με τη μνημόνευση ζώντων ή κεκοιμημένων, ένα ψιχουλάκι που συμβολίζει την ψυχή του μνημονευόμενου προσώπου. Τα ψιχουλάκια αυτά τοποθετούνται εμπρός από τον Αμνό σε δύο σωρούς εκατέρωθεν, ενώ στη μέση και ανάμεσα σ' αυτούς τοποθετείται η «μερίδα» του Επισκόπου του τόπου όπου τελείται η θ. Ευχαριστία και τέλος εκείνη του ιερουργούντος ιερέως.
στ. Κανονικά πρέπει να χρησιμοποιείται κάθε φορά ένας άρτος για την Προσκομιδή. Από αυτόν εξάγονται και τα 5 τεμάχια που αναφέραμε πιο πάνω. ’λλωστε από την αρχαιότητα παραλάβαμε έναν άρτο να προσκομίζουμε, αφού, κατά τον Απόστολο Παύλο: «ο άρτος ον κλώμεν (τεμαχίζουμε) ουχί κοινωνία του σώματος του Χριστού εστίν; ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμέν. Οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν». Και κατά τους βυζαντινούς χρόνους ένας άρτος προσφερόταν και χρησιμοποιούνταν. Πολύ αργότερα αναφάνηκε η συνήθεια να χρησιμοποιούνται 5 άρτοι, ώστε από τον καθένα να εξάγεται καθένα από τα 5 τεμάχια που τοποθετούνται πάνω στο Αγ. Δισκάριο. Πάντως ο αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης διδάσκει, όπως είπαμε πιο πάνω, ότι ο Αμνός πρέπει μόνος αυτός να εξάγεται από ένα πρόσφορο και όλα τα άλλα κομμάτια από άλλο η από άλλα. Τούτο δε για να κοπεί το υπόλοιπο του προσφόρου από το οποίο εξήχθη ο Αμνός, σε Αντίδωρο, που δικαιούνται να φάνε μόνο οι πιστοί και μόνο μέσα στην εκκλησία (βλ. Πηδάλιον, σ. 681 - 682).
ζ. Από όλα τα κομμάτια που έχουν τοποθετηθεί επί του Αγ. Δισκαρίου, μόνο το κεντρικό, δηλαδή ο Αμνός, γίνεται με την επίκληση του Αγ. Πνεύματος Σώμα Χρίστου. Τα άλλα απλώς εξαγιάζονται και ευλογούνται. Γι' αυτό και δεν τοποθετούνται μέσα στο Αγ. Ποτήριο αναμειγνυόμενα με το Αίμα του Κυρίου, όταν πρόκειται να γίνει η θ. Κοινωνία των πιστών. Η θ. Κοινωνία περιέχει μόνο τον Αμνό εμβαπτισμένο εντός του αγίου Αίματος.
«Ο άρτος λοιπόν είναι ένζυμος, επειδή είναι ως εις έμψυχος δια μέσου της ζύμης και αληθινά τέλειος· μαρτυρεί δε αυτός ότι το πρόσλημμα, ήτοι το σώμα το οποίον ο λόγος του Θεού προσέλαβεν, ήτο τέλειον και αυτός ο Κύριος ημών σαρξ εγένετο χωρίς να αλλοιωθή και ήτο με ψυχήν λογικήν και νοεράν, όταν προσέλαβε την ανθρωπότητα και ότι ήτο τέλειος άνθρωπος, δια να αναπλάση και εμέ ολόκληρον. Τρία δε τινά πράγματα είναι εντός αυτού του άρτου, δια τα τρία μέρη, τα οποία έχει η ψυχή και δια την τιμήν της Αγίας Τριάδος. ’λευρον ομού με ζύμην, η οποία δηλοί την ψυχήν· και νερόν, το οποίον δηλοί το βάπτισμα · και άλας, όπερ σημαίνει τον νουν και την διδασκαλίαν του Θεού Λόγου, ο οποίος είπε προς τους μαθητάς "Ύμείς εστέ το άλας της γης"... Εψημένος δε είναι ο άρτος εις πυράν, ότι Θεός ων όλος ηνώθη με ημάς και μας μετέδωκεν από την δύναμιν και ενέργειάν Του ή δια να είπω κάλλιον ηνώθη όλος με όλην την ιδικήν μας πρώτην αρχήν» (Συμεών Θεσ/κης, Περί της ιεράς τελετής της θείας Λειτουργίας, Κεφ. Θ' ).
Είναι μέγα και ιερό το έργο της παρασκευής του προσφόρου. Ανήκει στα ευλαβή έργα των ευλαβικών γυναικών, που όμως σήμερα όλο και περισσότερο σπανίζουν. Στις πόλεις βρίσκονται πάντοτε μεταξύ των ενοριτισσών γυναίκες που έχουν τη διάθεση να ασχοληθούν με το ζύμωμα του προσφόρου. Στα χωριά είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν τέτοιες γυναίκες. Και οι ιερείς αναγκάζονται να χρησιμοποιούν για τη θ. Ευχαριστία ψωμί του φούρνου ή πρόσφορο ζυμωμένο από τον φούρναρη. Φτάσαμε στο σημείο ούτε οι πρεσβυτέρες (παπαδιές) να ασχολούνται με το έργο αυτό. Και όμως η Εκκλησία ανέκαθεν έδωσε μεγάλη προσοχή και σ' αυτό. ’λλωστε είναι αυτονόητο πόσο ιερό είναι το έργο της παρασκευής των Δώρων που προσφέρονται για να τελεσθεί το μυστήριο της θ. Ευχαριστίας.
Οι χριστιανοί και οι χριστιανές μας πρέπει να γνωρίζουν ότι ο ιερεύς δέεται σε κάθε θ. Λειτουργία υπέρ εκείνων που προσέφεραν τα Δώρα και «υπέρ ων και έφ' οίς αυτά προσεκόμισαν». Εύχεται για τις οικογένειες τους, για τα παιδιά τους καθώς και για εκείνους, ζώντες και κεκοιμημένους, υπέρ των οποίων τα προσέφεραν. Στα βυζαντινά χρόνια τα Δώρα τα προσέφερε ο αυτοκράτορας. Σήμερα το δικαίωμα αυτό το έχουν υπό προϋποθέσεις όλοι οι πιστοί. Είναι κρίμα όμως να παρατηρείται απροθυμία για άσκηση του.
 



Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου (†)
Η Θεία Ευχαριστία, Το Μυστήριο των Μυστηρίων-
Πώς και πότε πρέπει να κοινωνούμε – Το Αντίδωρο,
Β΄ έκδ. Αθήνα 2007, Αποστολική Διακονία, σελ. 52-62