Το web radio ειναι παλι κοντα σας!!http://enoriakosteki.listen2myshow.com/!

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Λειτουργικά Θέματα


Το Ιερό μυστήριο του Βαπτίσματος 


Τα βασικά σημεία της Ορθόδοξης διδασκαλίας για το άγιο Βάπτισμα φαίνονται έκδηλα στην Ακολουθία του Μυστηρίου, όπως τελείται στην Εκκλησία μας. Όταν πρόκειται κάποιος να βαπτισθεί, προσέρχεται στον Ναό ενώπιον του Ιερέως, που θα τελέσει το Βάπτισμα, μαζί με τον Ανάδοχό του. Ο Ανάδοχος (Νουνός) είναι το πρόσωπο, που μας οδηγεί στην Εκκλησία του Χριστού. Σήμερα, που ισχύει η πρακτική του Νηπιοβαπτισμού, είναι ο υπεύθυνος για την Κατήχησή μας, καθώς και για την πρακολούθηση της πνευματικής μας πορείας μέσα στην Εκκλησία. Παλαιότερα, όταν οι περισσότεροι Βαπτιζόμενοι ήσαν ενήλικες (αλλά και σήμερα, όπου αυτό συμβαίνει), πριν το Βάπτισμα γινόταν συστηματική Κατήχηση στους προσερχομένους στην Εκκλησία, δηλ. διδασκαλία ολόκληρης της χριστιανικής πίστεως. Οι Κατηχούμενοι αποτελούσαν ειδική τάξη, για την οποία υπάρχουν μέχρι σήμερα συγκεκριμένες ευχές και δεήσεις της Εκκλησίας. Σήμερα η Κατήχηση έχει μετατοπισθεί μετά το Βάπτισμα και έχει ατονίσει, πρέπει, όμως, οπωσδήποτε να γίνεται, με ευθύνη του Αναδόχου, αλλά και των γονέων του Βαπτισμένου, ώστε έκαστος να γνωρίζει καλά την Ορθόδοξη πίστη, ακόμη κι αν την απορρίψει μετέπειτα.
Η Ακολουθία του Βαπτίσματος αρχίζει με τους Εξορκισμούς εναντίον του διαβόλου. Πρόκειται για ευχές, με τις οποίες φυγαδεύεται ο διάβολος και ο άνθρωπος απελευθερώνεται από την δαιμονική κυριαρχία. Ακολουθεί η Ομολογία του ελεύθερου πλέον λογικού δημιουργήματος ότι «αποτάσσεται τω σατανά» (δεν θέλει να έχει καμία σχέση μ’ αυτόν και με κάθε δαιμονικό έργο) και ότι «συντάσσεται τω Χριστώ» (θέλει να είναι πάντοτε μαζί με τον Χριστό). Στη συνέχεια ο Βαπτιζόμενος απαγγέλει το Σύμβολο της Πίοτεως, μια συμπερίληψη ολόκληρης της διδασκαλίας του Χριστού από τους αγίους Πατέρες της Α’ και της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, και με τον τρόπο αυτό δηλώνει ότι αποδέχεται ολόκληρη τη χριστιανική διδασκαλία, χωρίς μεταβολές, χωρίς προσθήκες, χωρίς «διορθωτικές» παρεμβάσεις. Όταν πρόκειται για νήπιο, όλα αυτά τα κάνει ο Ανάδοχος εν ονόματι του Βαπτιζομένου. Ακολουθεί η απέκδυση, μια κίνηση συμβολικού περιεχομένου, με την οποία ο Βαπτιζόμενος αποθέτει τα ρούχα του, δεικνύοντας ότι αρνείται – εγκαταλείπει τον παλαιό του εαυτό, για να «ενδυθεί» τον Ιησού Χριστό.
Μετά το πέρας του εισαγωγικού αυτού μέρους του Μυστηρίου, ο Ιερεύς έρχεται ενώπιον της Κολυμβήθρας του αγίου Βαπτίσματος και διαβάζει ευχές, με τις οποίες κατέρχεται η Θεία Χάρις και αγιάζει το νέρο, στο οποίο θα γίνει το Βάπτισμα. Μέσα από υλικά στοιχεία μεταδίδουν τη Θεία Χάρη τα Μυστήρια της Εκκλησίας, και το υλικό στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση είναι το νερό. Κατά τον ίδιο τρόπο διαβάζει μια ευχή, με την οποία κατέρχεται η Θεία Χάρις και αγιάζει το λάδι, που προσφέρεται για την επάλειψη του Βαπτιζομένου. Με το λάδι αυτό, και αφού πρώτα ο Ιερεύς σημειώσει το σημείο του Σταυρού στα σημαντικότερα μέρη του σώματος του Βαπτιζομένου, επαλείφεται ολόκληρος ο Βαπτιζόμενος από τον Ανάδοχό του. Η πράξη αυτή συμβολίζει την προστασία του Θεού, αλλά και την ετοιμότητα για πνευματικούς αγώνες εντός της Εκκλησίας, όπως οι αθλητές στα στάδια της αρχαίας εποχής.
Ακολουθεί η κατ’ εξοχήν Βάπτιση με τριπλή κατάδυση και ανάδυση στο νερό. Η πράξη αυτή είναι συστατικό στοιχείο του αγίου Βαπτίσματος και δεν μπορεί να αντικατασταθεί με ράντισμα η με άλλες παρόμοιες πράξεις. Το Βάπτισμα τελείται στο όνομα της Αγίας Τριάδος, γι’ αυτό ο Ιερεύς μνημονεύει ξεχωριστά τα ονόματα «του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» σε κάθε κατάδυση και ανάδυση. Εξερχόμενος από το νερό, ο Βαπτιζόμενος είναι πλέον πλήρες μέλος του Σώματος του Χριστού, δηλ. της Εκκλησίας, και έχει λάβει την Χάρη του Μυστηρίου, σαν ένα είδος σφραγίδος με μόνιμο και ανεξάλειπτο χαρακτήρα. Με την Χάρη Του ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός είναι παρών στον Βαπτιζόμενο, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο «ενδύεται» τον Χριστό: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Με την τριπλή κατάδυση και ανάδυση μετέχει στον Θάνατο, στην Ταφή και στην Ανάσταση του Χριστού. Μέσα στο νερό πεθαίνει και θάπτεται ο παλαιός άνθρωπος, ο άνθρωπος της αμαρτίας και του διαβόλου, και γεννιέται ένας νέος άνθρωπος, ο άνθρωπος του Χριστού. Το Βάπτισμα αποτελεί πραγματική «αναγέννηση» για τον άνθρωπο, δηλ. γέννηση για δεύτερη φορά «εξ ύδατος και Πνεύματος», όπως είπε ο Χριστός (Ιω. 3,5). Το παρελθόν του διαγράφεται οριστικά και δεν ασκεί πια καμιά επίδραση, ακόμη κι αν ο Βαπτιζόμενος ήταν ένας μεγάλος αμαρτωλός. Ο νέος άνθρωπος έχει πλέον όλες τις δυνάμεις και τις προϋποθέσεις να φθάσει μέχρι τα ύψη της αγιότητας.
Ακολουθεί η σφράγιση με το άγιο Μύρο, δηλ. το Μυστήριο του Χρίσματος, που δίδεται μαζί με το Βάπτισμα, καθώς επίσης κάποιες άλλες πράξεις, εις ένδειξιν των δωρεών που έλαβε ο Βαπτιζόμενος. Μια απ’ αυτές είναι η ένδυση με λευκά ενδύματα, σύμβολο της ψυχικής καθαρότητας, που παρέχει το Βάπτισμα, αφού τελείται, όπως προαναφέραμε, «εις άφεσιν αμαρτιών» και συγχωρεί όλα τα αμαρτήματα. Ο Βαπτιζόμενος ενδύεται «χιτώνα φωτεινόν», τον οποίο πρέπει να διατηρεί κατά το δυνατό λευκό και αμόλυντο από πάθη και αμαρτήματα, όπως τον παρέλαβε στο Βάπτισμά του. Του δίδεται αναμένη λαμπάδα, που συμβολίζει το φως του Χριστού και τη Χάρη του αγίου Βαπτίσματος. Του δίδεται, επίσης, ο Σταυρός του Χριστού, για να τον φορά πάντοτε στον λαιμό του, και «κείρεται» (κόπτεται) ένα μέρος των μαλλιών της κεφαλής του, εις ένδειξιν αφιέρωσης στον Χριστό. Στη συνέχεια γίνεται ο πανηγυρικός χορός γύρω από την Κολυμβήθρα, ενώ ψάλλεται ο ύμνος «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Το Βάπτισμα είναι αιτία χαράς: χαίρονται και πανηγυρίζουν τα επίγεια και τα ουράνια για την πνευματική αναγέννηση και σωτηρία ενός ανθρώπου.
Το Βάπτισμα είναι Μυστήριο μοναδικό και ανεπανάλειπτο. Τελείται μόνο μια φορά στη ζωή του ανθρώπου. Υπάρχει μόνο ένα και μοναδικό Βάπτισμα («ομολογώ εν Βάπτισμα»), αυτό που τελεί η Ορθόδοξη Εκκλησία, η μία Εκκλησία του Χριστού. Εκτός αυτού δεν υπάρχει άλλο «βάπτισμα»: «μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι έξω της Καθολικής Εκκλησίας, ενός όντος Βαπτίσματος, και εν μόνη τη Καθολική Εκκλησία υπάρχοντος» (α’ κανών αγ. Κυπριανού, Πηδάλιον, σ. 368). Το «βάπτισμα» των αιρετικών, για παράδειγμα, είναι άκυρο, όπως και «τα υπ’ αυτών γενόμενα ψευδή και κενά υπάρχοντα, πάντα εστίν αδόκιμα» (αυτόθι, σ. 362), γι’ αυτό και οι ιεροί κανόνες ορίζουν την καθαίρεση των Κληρικών που αποδέχονται το «βάπτισμα» αιρετικών: «Επίσκοπον η Πρεσβύτερον αιρετικών δεξαμένους Βάπτισμα η θυσίαν, καθαιρείσθαι προστάσσομεν» (μστ’ αποστ. κανών, Πηδάλιον, σ. 51). Υπάρχουν, βέβαια, κανόνες που κάνουν αποδεκτό το Βάπτισμα κάποιων αρχαίων αιρέσεων. Αυτό, όμως, γίνεται για λόγους οικονομίας, «οικονομίας ένεκα των πολλών», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μ. Βασίλειος (α’ κανών, Πηδάλιον, σ. 587) και δεν μπορεί να ισχύσει για σύγχρονους αιρετικούς, που αλλοιώνουν όχι μόνο τον τύπο, αλλά και την ουσία του μεγάλου αυτού Μυστηρίου, δια του οποίου συντελείται η σωτηρία μας.
Πηγή: Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας “Ορθοδοξία και Αίρεσις” (τ. 64/Σεπτ.-Οκτ. 2099)

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Κυριακή Β Λουκά

Η τέλεια αγάπη (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Όταν οι άνθρωποι έχουν παντοτινή επίγνωση της φιλανθρωπίας του Θεού προς αυτούς, θα είναι φιλάνθρωποι κι ο ένας προς τον άλλον. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους προς τους άλλους, όσο η πεποίθηση πως κανένας δε θέλει να δώσει και στους ίδιους. Κανένας; Και πού είναι ο Θεός τότε; Δε μας αποζημιώνει κάθε μέρα και κάθε νύχτα ο Θεός με την ευσπλαχνία Του, σε αντίθεση μ’ εμάς που είμαστε άσπλαχνοι; Δεν είναι πιο σπουδαίο για μας να μας ευεργετήσει ο Βασιλιάς στην αυλή Του με την ευσπλαχνία Του, αντί να μας ευεργετούν οι δούλοι Του; Τί μας ωφελεί αν μας ευεργετούν όλοι οι δούλοι Του, αλλά ο Βασιλιάς είναι συγκρατημένος απέναντι μας;

Οι άνθρωποι γίνονται ανελεήμονες όταν περιμένουν από τους άλλους να τους ελεήσουν, ενώ οι άλλοι περιμένουν το ίδιο απ’ αυτούς. Σ’ αυτήν τηναμοιβαία αναμονή, στο να περιμένει δηλαδή ο ένας από τον άλλον να τον ελεήσει, όλοι οι άνθρωποι, σαν ένας γενικός κανόνας, γίνονται άσπλαχνοι κι ανελεήμονες. Η ελεημοσύνη όμως δεν είναι παθητική αρετή, αλλά ενεργητική. Πώς θα γνώριζαν οι άνθρωποι τη φιλανθρωπία, αν ο Θεός δεν την είχε πρώτος ασκήσει σ’ αυτούς; Η φιλανθρωπία του Θεού απαιτεί τη φιλανθρωπία των ανθρώπων. Αν ο Θεός δεν είχε πρώτος δείξει τη φιλανθρωπία Του, ο κόσμος δε θα ήξερε τι ήταν.

Εκείνος που κατανοεί πως η φιλανθρωπία είναι ενεργητική αρετή κι όχι παθητική, κι αρχίσει να την εφαρμόζει μ’ αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα διαπιστώσει πως ο ουρανός κι η γη αποκαλύπτονται μπροστά του με νέα χρώματα. Σύντομα θα κατανοήσει τόσο του Θεού τη φιλανθρωπία όσο και του ανθρώπου.

Η φιλανθρωπία είναι όπως η θραύση πέτρας με πέτρα, που πάντα παράγει σπινθήρα. Αυτός που παράγει το σπινθήρα αυτόν κι ο άλλος που τον δέχεται, νιώθουν κι οι δυο τους την παρουσία του Θεού. Τη στιγμή εκείνη νιώθουν το χέρι του Θεού να θωπεύει τις καρδιές τους. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε’ 7).

Η ευσπλαχνία είναι ανώτερη από τη συμπόνια, που οι ινδουιστές θεωρούν ως τη μεγαλύτερη αρετή. Ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει συμπόνια για έναν επαίτη, αλλά και να τον προσπεράσει. Ο φιλάνθρωπος όμως θα νιώσει συμπάθεια για τον επαίτη και θα τον βοηθήσει. Το να δείξεις φιλανθρωπία στον επαίτη δεν είναι ούτε το πιο δύσκολο ούτε το ανώτερο πράγμα στο Νόμο του Χριστού. Μεγάλο πράγμα είναι να δείξεις αγάπη στους εχθρούς σου. Η ελεημοσύνη είναι ανώτερη από τη συχώρεση των προσβολώνΗ συχώρεση των προσβολών είναι το πρώτο μισό του δρόμου προς το Θεό. Η τέλεση έργων αγάπης είναι το δεύτερο μισό.

Είναι απαραίτητο να το πούμε πως η αγάπη είναι ανώτερη από την κοσμική δικαιοσύνη; Αν δεν υπήρχε η αγάπη, όλοι οι άνθρωποι θα ήταν θύματα της κοσμικής νομικής δικαιοσύνης. Χωρίς αγάπη ο νόμος δεν μπορεί να περιφρουρήσει αυτό που ήδη υπάρχει. Η αγάπη όμως δημιουργεί καινούργια και μεγάλα έργα στον κόσμο. Ολόκληρο τον κόσμο τον δημιούργησε η αγάπη. Γι’ αυτό και είναι καλλίτερο στους ανθρώπους ν’ ασκούνται από τη παιδική τους ηλικία στη γνώση της γλυκύτητας που προσφέρει η αγάπη κι η φιλανθρωπία, παρά να μάθουν τη σκληρότητα του νόμουΤο νόμο τον μαθαίνει κανείς οποτεδήποτεΌταν όμως η καρδιά σκληρυνθεί, είναι δύσκολο να ξαναγυρίσει και να γίνει σπλαχνικήΌταν οι άνθρωποι είναι ελεήμονες δε θ’ αμαρτήσουν ενάντια στο νόμο. Όταν όμως τηρούν το νόμο αλλά τους λείπει η φιλανθρωπία, διακινδυνεύουν να χάσουν το στεφάνι της δόξας που υποσχέθηκε ο Κύριος στους φιλάνθρωπους.
 Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Αποσπάσματα από βιβλία

 

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Δεν είναι ότι δεν υπάρχει Θεός, αλλά εσύ δεν Τον έχεις!

 

 

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς,
«Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται»
Ιεραποστολικές Επιστολές Α', εκδ. «Εν πλω»

 

 
 Ένας φίλος σας, σας λέει ασταμάτητα ότι δεν υπάρχει Θεός! Αυτό σας βασανίζει σαν μαστίγωμα. Μάχεστε για την ψυχή σας και τη ζωή σας. Καλά καταλάβατε: εάν δεν υπάρχει ζωντανός και παντοδύναμος Θεός, δυνατότερος από τον θάνατο, τότε ο θάνατος είναι ο μόνος παντοδύναμος θεός. Τότε όλα τα ζωντανά πλάσματα στον κόσμο είναι παιχνιδάκια στα πόδια του παντοδύναμου θανάτου, σαν μικρός ποντικός στα πόδια πεινασμένης γάτας. 
Μια φορά αναστατωμένος είπατε στον κακομοίρη φίλο σας: «Ο Θεός υπάρχει, εσύ δεν υπάρχεις!» Και δεν κάνατε λάθος. Αφού εκείνοι οι οποίοι χωρίζονται από τον αιώνιο Ζωοδόχο σ’ αυτόν τον κόσμο, θα είναι χωρισμένοι και στον άλλον. Και έτσι ούτε εδώ ούτε εκεί δεν θα ξέρουν για τον θαυμαστό Δημιουργό όλων των πλασμάτων. Αλλά ο χωρισμός από Εκείνον είναι χειρότερος από το να μην υπάρχει.

Στη θέση σας εγώ θα του έλεγα ακόμα και το εξής:Λανθασμένα λες, φίλε, ότι δεν υπάρχει ο Θεός. Ενώ ορθά θα λες εάν πεις: «Δεν έχω Θεό». Αφού εσύ από μόνος σου βλέπεις, ότι οι υπόλοιποι άνθρωποι γύρω σου Τον αισθάνονται, γι’ αυτό και σου λένε ότι υπάρχει Θεός. Λοιπόν, δεν είναι ότι δεν υπάρχει Θεός αλλά εσύ δεν Τον έχεις.
Μιλάς λανθασμένα, όπως ο άρρωστος που θα έλεγε ότι δεν υπάρχει υγεία στον κόσμο. Αυτός μπορεί μόνο να πει δίχως να ψεύδεται: «Εγώ δεν είμαι υγιής», ενώ θα ψευδόταν αν έλεγε: «Δεν υπάρχει γενικώς υγεία στον κόσμο». Μιλάς λανθασμένα, όπως και ο τυφλός που θα έλεγε ότι δεν υπάρχει φως στον κόσμο. Υπάρχει φως, όλος ο κόσμος είναι γεμάτος από φως, αλλά αυτός, ο κακόμοιρος τυφλός, δεν έχει φως. Εάν θα ήθελε να μιλήσει σωστά, το μόνο που θα μπορούσε να πει είναι: «Εγώ δεν έχω φως».
Μιλάς λανθασμένα, σαν τον ζητιάνο που θα έλεγε ότι δεν υπάρχει χρυσός στον κόσμο. Υπάρχει ο χρυσός στη γη και κάτω από τη γη. Όποιος λέει ότι δεν υπάρχει χρυσός γενικώς λέει ψέματα. Θα έλεγε αλήθεια, εάν έλεγε: «Εγώ δεν έχω χρυσό». Μιλάς λανθασμένα, όπως και ο κακοποιός που θα μας έλεγε ότι δεν υπάρχει καλοσύνη στον κόσμο. Σε εκείνον τον ίδιο δεν υπάρχει καλοσύνη, όχι στον κόσμο. Γι’ αυτό δεν θα έκανε λάθος εάν θα έλεγε: «Εγώ δεν έχω καλοσύνη». Κατά τον ίδιο τρόπο, γείτονά μου, λανθασμένα μιλάς όταν λες ότι δεν υπάρχει Θεός! Αφού εκείνο που εσύ δεν έχεις, δεν σημαίνει πως δεν το έχουν και οι άλλοι, ούτε ότι δεν υπάρχει γενικώς. Ποιος σε εξουσιοδότησε να μιλάς εν ονόματι ολόκληρου του κόσμου; Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα, την αρρώστια σου να την αποδίδεις σ’ όλους και την ανέχειά σου να την επιβάλεις σ’ όλους;
Εάν όμως ομολογήσεις και πεις: «Δεν έχω Θεό», τότε λες την αλήθεια και εκφράζεις την ομολογία σου. Αφού υπήρχαν και υπάρχουν εξαίρετοι άνθρωποι, που όντως δεν έχουν Θεό. Όμως ο Θεός τους έχει, τους έχει έως την τελευταία τους πνοή. Εάν και στην τελευταία τους πνοή δηλώσουν ότι δεν έχουν τον Θεό, τότε και ο Θεός δεν θα τους έχει πια. Και τους απογράφει στα έξοδα. Γι’ αυτό σε παρακαλώ, φίλε μου, για την ψυχή σου, για την αιώνια ζωή και για τη βασιλεία του Θεού, ένεκεν των δακρύων και πληγών του Χριστού, σε παρακαλώ, μεταμόρφωσε την πεισματική σου εξομολόγηση σε μετανοητική εξομολόγηση. Και εκείνα που έπειτα απ’ αυτό πρέπει να πράξεις, θα σου τα πει η Εκκλησία, ρώτα!
Ειρήνη και ευλογία από τον Κύριο.

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Αποσπάσματα από βιβλία







Aπό το βιβλίο «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ Ανθολόγιο Συμβουλών»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΗΛΕΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

Το σπουδαίο είναι να μπούμε στην Εκκλησία. Να ενωθούμε με τους συνανθρώπους μας, με τις χαρές και τις λύπες όλων. Να τους νιώθουμε δικούς μας, να προσευχόμαστε για όλους, να πονάμε για την σωτηρία τους, να ξεχνάμε τους εαυτούς μας. Να κάνομε το παν γι' αυτούς, όπως ο Χριστός για μας. Μέσα στην Εκκλησία γινόμαστε ένα με κάθε δυστυχισμένο και πονεμένο κι αμαρτωλό. Κανείς δεν πρέπει να θέλει να σωθεί μόνος του, χωρίς να σωθούν και οι άλλοι. Είναι λάθος να προσεύχεται κανείς για τον εαυτό του, για να σωθεί ο ίδιος. Τους άλλους πρέπει να αγαπάμε και να προσευχόμαστε να μη χαθεί κανείς. να μπουν όλοι στην Εκκλησία. Αυτό έχει αξία. Και μ' αυτή την επιθυμία πρέπει να φύγει κανείς απ' τον κόσμο, για να πάει στο μοναστήρι ή στην έρημο.
Μέσα στην Εκκλησία, που έχει τα μυστήρια που σώζουν, δεν υπάρχει απελπισία. Μπορεί να είμαστε πολύ αμαρτωλοί. Εξομολογούμαστε, όμως, μας διαβάζει ο παπάς κι έτσι συγχωρούμαστε και προχωρούμε προς την αθανασία, χωρίς καθόλου άγχος, χωρίς καθόλου φόβο.
Όποιος ζει τον Χριστό, γίνεται ένα μαζί Του, με την Εκκλησία Του. Ζει μια τρέλα! Η ζωή αυτή είναι διαφορετική απ' τη ζωή των ανθρώπων. Είναι χαρά, είναι φως, είναι αγαλλίαση, είναι ανάταση. Αυτή είναι η ζωή της Εκκλησίας, η ζωή του Ευαγγελίου, η Βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν» (Λουκ. 17,21). Έρχεται μέσα μας ο Χριστός κι εμείς είμαστε μέσα Του. Και συμβαίνει όπως μ' ένα κομμάτι σίδηρο που τοποθετημένος μες στη φωτιά γίνεται φωτιά και φως. έξω απ' τη φωτιά, πάλι σίδηρος σκοτεινός, σκοτάδι.
Όσοι κατηγορούν την Εκκλησία για τα λάθη των εκπροσώπων της, με σκοπό δήθεν να βοηθήσουν για την διόρθωση, κάνουν μεγάλο λάθος. Αυτοί δεν αγαπούν την Εκκλησία. Ούτε, βέβαια τον Χριστό. Τότε αγαπάμε την Εκκλησία, όταν με την προσευχή μας αγκαλιάζουμε κάθε μέλος της και κάνομε ό,τι κάνει ο Χριστός. Θυσιαζόμαστε, αγρυπνούμε, κάνομε το παν, όπως εκείνος, ο οποίος «τις λοιδορίες δεν τις ανταπέδιδε, και όταν έπασχε δεν απειλούσε» (Α' Πετρ. 2,23).
Να προσέχουμε και το τυπικό μέρος. Να ζούμε τα μυστήρια, ιδιαίτερα το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Σ' αυτά βρίσκεται η Ορθοδοξία. Προσφέρεται ο Χριστός στην Εκκλησία με τα μυστήρια και κυρίως με την Θεία Κοινωνία.
Για πολλούς, όμως, η θρησκεία είναι ένας αγώνας, μία αγωνία κι ένα άγχος. Γι' αυτό πολλούς απ' τους «θρήσκους» τους θεωρούνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σε τι χάλια βρίσκονται. Και πράγματι. Γιατί αν δεν καταλάβει κανείς το βάθος της θρησκείας και δεν την ζήσει, η θρησκεία καταντάει αρρώστεια και μάλιστα φοβερή. Τόσο φοβερή, που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο των πράξεών του, γίνεται άβουλος κι ανίσχυρος, έχει αγωνία κι άγχος και φέρεται υπό κακού πνεύματος (δηλ. δαιμονικής ενέργειας). Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, ταπεινώνεται τάχα, κι όλη αυτή η ταπείνωση είμαι μία σατανική ενέργεια. Ορισμένοι τέτοιοι άνθρωποι ζούνε τη θρησκεία σαν ένα είδος κολάσεως. Μέσα στην εκκλησία κάνουν μετάνοιες, σταυρούς, λένε, «είμαστε αμαρτωλοί, ανάξιοι», και μόλις βγούνε έξω, αρχίζουν να βλασφημάνε τα θεία, όταν κάποιος λίγο τους ενοχλήσει. Φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει στο μέσον δαιμόνιο.
            Στην πραγματικότητα, η χριστιανική θρησκεία μεταβάλλει τον άνθρωπο και τον θεραπεύει. Η κυριότερη, όμως, προϋπόθεση, για να αντιληφθεί και να διακρίνει ο άνθρωπος την αλήθεια, είναι η ταπείνωση. Ο εγωισμός σκοτίζει το νου του ανθρώπου, τον μπερδεύει, τον οδηγεί στην πλάνη, στην αίρεση. Είναι σπουδαίο να κατανοήσει ο άνθρωπος την αλήθεια.
Στις αιρέσεις πάνε όλοι οι μπερδεμένοι. Μπερδεμένα παιδιά μπερδεμένων γονέων.
Πολλές φορές ούτε ο κόπος, ούτε οι μετάνοιες, ούτε οι σταυροί προσελκύουν τη χάρη. Υπάρχουν μυστικά. Το ουσιαστικότερο είναι να φύγεις απ' τον τύπο και να πηγαίνεις στην ουσία. Ό,τι γίνεται, να γίνεται από αγάπη.
Όταν δεν ζεις με τον Χριστό, ζεις μές στη μελαγχολία, στη θλίψη, στο άγχος, στη στενοχώρια. δεν ζεις σωστά. Τότε παρουσιάζονται πολλές ανωμαλίες και στον οργανισμό. Επηρεάζεται το σώμα, οι ενδοκρινείς αδένες, το συκώτι, η χολή, το πάγκρεας, το στομάχι. Σου λένε: «Για να είσαι υγιής, πάρε το πρωί το γάλα σου, το αυγουλάκι σου, το βουτυράκι σου με δυο-τρία παξιμάδια». Κι όμως, αν ζεις σωστά, αν αγαπήσεις τον Χριστό, μ' ένα πορτοκάλι κι ένα μήλο είσαι εντάξει. Το μεγάλο φάρμακο είναι να επιδοθεί κανείς στην λατρεία του Χριστού. Όλα θεραπεύονται. Όλα λειτουργούν κανονικά. Η αγάπη του Θεού όλα τα μεταβάλλει, τα μεταποιεί, τα αγιάζει, τα διορθώνει, τα αλλάζει, τα μεταστοιχειώνει.

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Αποσπάσματα από βιβλία

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης:
 Περί της Θεομήτορος
Όταν η ψυχή κατέχηται εκ της αγάπης του Θεού, ώ, πώς τότε τα πάντα είναι ευχάριστα, ηγαπημένα και ευφρόσυνα! Η αγάπη όμως αύτη συνεπάγεται οδύνην, και όσον βαθυτέρα είναι η αγάπη, τοσούτον μεγαλυτέρα είναι η οδύνη.

Η Θεομήτωρ ουδέποτε ημάρτησεν, ουδέ δια λογισμού, και ουδέποτε απώλεσε την χάριν, αλλά και Αυτή είχε μεγάλας θλίψεις. Ότε ίστατο παρά τον Σταυρόν, τότε ως ωκεανός απέραντος ήτο η θλίψις Αυτής, και οι πόνοι της ψυχής Αυτής ήσαν ασυγκρίτως μεγαλύτεροι του αδαμιαίου πόνου μετά την έξωσιν εκ του Παραδείσου, διότι και η αγάπη Αυτής ήτο ασυγκρίτως μεγαλυτέρα της αγάπης του Αδάμ εν τω Παραδείσω.
Και εάν επέζησεν, επέζησε μόνον θεία δυνάμει, δια της ενισχύσεως του Κυρίου, διότι η ευδοκία Αυτού ήτο όπως ίδη την Ανάστασιν, και ύστερον, μετά την Ανάληψιν Αυτού, παραμείνη ως παράκλησις και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Ημείς δεν φθάνομεν εις το πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και δια τούτο δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν πλήρως το βάθος της θλίψεως Αυτής. Η Αγάπη Αυτής ήτο τελεία. Ηγάπα απείρως τον Θεόν και Υιόν Αυτής, αλλ’ ηγάπα και τον λαόν αγάπη μεγάλη. Και τί ησθάνετο άρα γε, ότε εκείνοι, τους οποίους Αύτη τοσούτον ηγάπα και των οποίων την σωτηρίαν επόθει έως τέλους, εσταύρουν τον ηγαπημένον Υιόν Αυτής;

Δεν δυνάμεθα αν συλλάβωμεν τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών δια τον Θεόν και τους ανθρώπους.

Καθώς άπειρος και ακατάληπτος υπήρξεν η αγάπη της Παναγίας, ούτως άπειρος ήτο και ο πόνος Αυτής, και ακατάληπτος μένει δι’ ημάς.

Ώ Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, ειπέ εις ημάς, τα τέκνα Σου, πώς, ότε έζης επί της γης, ηγάπας τον Υιόν Σου και Θεόν; Πώς ηγάλλετο το πνεύμα Σου επί τω Θεώ τω Σωτήρι Σου; Πώς προσέβλεπες εις το κάλλος του προσώπου Αυτού; Πώς εσκέπτεσο ότι Αυτός είναι Εκείνος, τον Οποίον διακονούν μετά φόβου και αγάπης πάσαι αι δυνάμεις των ουρανών;

Ειπέ εις ημάς τί ησθάνετο η ψυχή Σου, ότε εβάσταζες εις τας χείρας Σου το Θαυμαστόν Νήπιον; Πώς ανέτρεφες Αυτό; Πώς επόνει η ψυχή Σου, ότε μετά του Ιωσήφ επί τρεις ημέρας εζήτεις Αυτόν εν τη Ιερουσαλήμ; Οποίαν έζης αγωνίαν, ότε ο Κύριος παρεδόθη εις σταύρωσιν και απέθανεν επί του Σταυρού;

Ειπέ εις ημάς: Οποία χαρά εγένετο εις Σε δια την Ανάστασιν ή πώς επλήττετο η ψυχή Σου εκ του πόθου του Κυρίου μετά την Ανάληψιν;

Αι ψυχαί ημών έλκονται, ίνα γνωρίσουν περί της ζωής Σου μετά του Κυρίου επί της γης, Συ δε δεν ηυδόκησας να παραδώσης πάντα ταύτα τη Γραφή, αλλ’ εκάλυψας δια της σιγής το μυστήριον Σου.

Πολλά θαύματα και ελέη είδον από του Κυρίου και της Θεοτόκου, αλλά τελείως αδυνατώ να ανταποδώσω πως την αγάπην αυτήν.

Τί να ανταποδώσω εγώ εις την Υπεραγίαν Δέσποιναν, Ήτις δεν απεστράφη εμέ τον πεπτωκότα εν τη αμαρτία, αλλ’ εν ελέει επεσκέφθη εμέ και εσυνέτισεν; Εγώ δεν είδον Αυτήν, αλλά το Άγιον Πνεύμα έδωκεν εις εμέ να αναγνωρίσω Αυτήν εκ των πλήρους χάριτος λόγων Αυτής, και ευφραίνεται το πνεύμα μου, και η ψυχή μου ούτως έλκεται προς Αυτήν δια της αγάπης, ώστε και μόνον η επίκλησις του ονόματος Αυτής γλυκαίνει την καρδίαν μου.

Ότε ήμην νεαρός υποτακτικός, προσηυχόμην ποτέ ενώπιον της εικόνος της Θεομήτορος, και η προσευχή του Ιησού εισήλθεν εις την καρδίαν μου και ήρχισεν αφ’ εαυτής να προφέρηται εκεί. Άλλοτε εν τω ναώ ήκουον την ανάγνωσιν των προφητειών του Ησαΐου και εις τας λέξεις «Λούσασθε, και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α’ 16), εσκέφθην: «Μήπως η Παναγία ήμαρτε ποτε, έστω και δια του λογισμού»; Και ώ του θαύματος! Εντός της καρδίας μου φωνή τις, ηνωμένη μετά της προσευχής, προέφερε ρητώς: «Η Θεομήτωρ ουδέποτε ήμαρτεν, ουδέ δια σκέψεως». Ούτως το Άγιον Πνεύμα εμαρτύρει εν τη καρδία μου την αγνότητα Αυτής. Εν τούτοις, κατά τον επίγειον βίον Αυτής, δεν ευρίσκετο εισέτι εν τω πληρώματι της γνώσεως και υπέπεσεν εις αδιάβλητα τινα σφάλματα ατελείας. Τούτο είναι φανερόν εκ του Ευαγγελίου, ότε, επιστρέφουσα από της Ιερουσαλήμ, δεν εγνώριζε πού είναι ο Υιός Αυτής, και επί τρεις ημέρας μετά του Ιωσήφ εζήτει Αυτόν (Λουκ. β’ 44-46).

Η ψυχή μου συνέχεται υπό φόβου και τρόμου, όταν αναλογίζωμαι την δόξαν της Θεομήτορος.

Ενδεής είναι ο νους μου και πτωχή και αδύνατος η καρδία μου, αλλ’ η ψυχή μου χαίρει, και έλκομαι, ίνα γράφω έστω και ολίγους λόγους δι’ Αυτήν.

Η ψυχή μου φοβείται να τολμήση, αλλ’ η αγάπη με πιέζει να μη αποκρύψω τας ευεργεσίας της ευσπλαγχνίας Αυτής.

Η Θεοτόκος δεν παρέδωκε τη Γραφή ούτε τας σκέψεις, ούτε την αγάπην Αυτής προς τον Θεόν και Υιόν Αυτής, ούτε τας οδύνας της ψυχής Αυτής κατά τον καιρόν της σταυρώσεως, διότι και τότε πάλιν δεν θα ηδυνάμεθα να συλλάβωμεν ταύτα. Η αγάπη Αυτής προς τον Θεόν ήτο ισχυροτέρα και φλογερωτέρα της αγάπης των Σεραφίμ και των Χερουβίμ, και πάσαι αι δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων εκπλήττονται δι’ Αυτήν.

Καίτοι η ζωή της Θεομήτορος καλύπτεται υπό αγίας σιγής, ο Κύριος έδωκεν εις την Ορθόδοξον ημών Εκκλησίαν ίνα γνωρίζη ότι δια της αγάπης Αυτής περιπτύσσεται τον κόσμον όλον και εν Πνεύματι Αγίω βλέπει πάντας τους λαούς της γης και, ως ο Υιός Αυτής, πάντας σπλαγχνίζεται και πάντας ελεεί.

Ώ, εάν εγνωρίζομεν ποτε πόσον αγαπά η Παναγία πάντας τους φυλάσσοντας τας εντολάς του Χριστού, και πόσον λυπείται και θλίβεται δια τους μη μετανοούντας! Εγνώρισα τούτο εκ πείρας. Δεν ψεύδομαι, λέγω την αλήθειαν ενώπιον του Θεού, ότι εν πνεύματι γνωρίζω την Άχραντον Παρθένον. Δεν είδον Αυτήν, αλλά το Πνεύμα το Άγιον έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπην Αυτής δι’ ημάς. Άνευ της ευσπλαγχνίας Αυτής η ψυχή μου θα απώλλυτο προ πολλού. 

Εκείνη όμως ηυδόκησε να επισκεφθή και νουθετήση εμέ, όπως μη αμαρτάνω. Είπεν εις εμέ: «Δεν είναι αρεστόν εις εμέ να βλέπω τα έργα σου». Οι λόγοι Αυτής ήσαν ευχάριστοι, ήρεμοι, πράοι και συνεκίνησαν την ψυχήν. Παρήλθον υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη, αλλ’ η ψυχή μου δεν δύναται να επιλησθή εκείνης της γλυκείας φωνής, και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήν ελεούσαν Μητέρα του Θεού.

Εν αληθεία, Αυτή είναι η Αντίληψις ημών ενώπιον του Θεού, και μόνον το όνομα Αυτής χαροποιεί την ψυχήν. Αλλά και ο ουρανός όλος και όλη η γη χαίρουν δια την αγάπην Αυτής.

Αξιοθαύμαστον και ακατάληπτον πράγμα! Ζη εν τοις ουρανοίς και αδιαλείπτως θεωρεί την δόξαν του Θεού, αλλά δεν επιλανθάνεται και ημών των πενήτων, και δια της ευσπλαγχνίας Αυτής περιβάλλει όλην την γην και πάντας τους λαούς.

Και αυτήν την Άχραντον Μητέρα Αυτού ο Κύριος έδωκεν εις ημάς. Αύτη είναι η χαρά και η ελπίς ημών. Αύτη είναι η κατά πνεύμα Μήτηρ ημών, και είναι πλησίον εις ημάς κατά φύσιν ως άνθρωπος, και εκάστη χριστιανική ψυχή έλκεται προς Αυτήν εν αγάπη.
------------------------------------------------------------------------
πηγή: αρχιμ. Σοφρωνίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995.



 «Ένας Ασκητής επίσκοπος,
Άγιος Νήφων ο Κωνσταντιανής»

του π. Πέτρου Ιερομονάχου (μαθητού του Αγ.Νήφωνος).

Εκδόσεις Αστήρ

 

" Κάποτε που ήταν στην εκκλησία της Θεοτόκου του Χαλκοπρατίου, τον πλησίασε ένα πολύ ενάρετο παιδί που έτρεχε πάντα ακούραστο στις ιερές ακολουθίες.
-Πάτερ, τον ρώτησε, τι να κάνω για να κερδίσω τη σωτηρία;
-Εσύ παιδάκι μου, είσαι μια αγνή ψυχή. Πως ζητάς ν' ακούσεις σωτήριο λόγο από ένα γέρο που σάπισε στην αμαρτία;
-Ο λόγος του Θεού, πάτερ, λέει: «Επερώτησον τον πατέρα σου και αναγγελεί σοι». Γι' αυτό κι εγώ ζητάω να ακούσω από σένα ένα καλό λόγο. Μη με περοφρονήσεις, λοιπόν, τον ανάξιο.
-Τι σκέπτεσαι; Να γίνεις μοναχός ή να ευαρεστήσεις στον Θεό ακολουθώντας τη συνήθη ζωή; Τον ρώτησε τότε ο άγιος.
-Σκέπτομαι, Πάτερ, να γυμνασθώ πρώτα μέσα στη ζωή και μετά ό, τι θέλει ο Θεός.
-Αν θέλεις, παιδί μου, να κατοικήσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, οφείλεις να προσέξεις τα εξής: Να μην κατηγορείς κανέναν απολύτως, να μην κοροϊδεύεις, να μην οργίζεσαι, να μην περιφρονείς. Φυλάξου πολύ να μη λες «ο τάδε ζει ενάρετα ή ο δείνα άσωτα», διότι αυτό ακριβώς είναι το «μη κρίνετε». Όλους να τους βλέπεις με το ίδιο μάτι, με την ίδια διάθεση, με την ίδια σκέψη, με απλή καρδιά, να τους δέχεσαι σαν τον Χριστό.
Μην ανοίξεις τ' αυτί σου σε άνθρωπο που κατακρίνει. Ούτε, πολύ περισσότερο, να ευχαριστείσαι και να συμφωνείς με όσα λέει. Αλλά να κρατάς το στόμα σου κλειστό. Να είσαι δηλαδή αργός στα λόγια και επιμελής στην προσευχή. Αλλά ούτε κι αυτόν τον ίδιο που κατακρίνει να τον καταδικάσεις μέσα σου. Κάνει βέβαια κάτι κακό. Αλλά εσύ να βλέπεις τα δικά σου ελαττώματα και να κατηγορείς τον εαυτό σου μόνο.
-Αυτά που μου είπες, πάτερ, παρατήρησε το παιδί, είναι για τους φτασμένους αγωνιστές. Πως όμως εγώ ο μηδαμινός θα μπορέσω να φτάσω ως εκεί, για να ευαρεστήσω στον Θεό;
-Η νεότητα, παιδί μου , αν έχει ταπείνωση και αγνότητα, αρκεί. Δεν της ζητάει τίποτα άλλο ο Θεός. Γι' αυτό, παλικάρι μου, να είσαι αγνός και ταπεινός. Βάζε τον εαυτό σου κάτω απ' όλους. Τότε πραγματικά θα ζεις συντροφιά με τον Χριστό.
Αγωνίσου επίσης να μη φαντάζεσαι με το νου σου ότι έφτασες στα μέτρα των αγίων, αλλά να λες συνεχώς: «Ξέρεις, ψυχή μου, ότι ξεπεράσαμε στις αμαρτίες και τους δαίμονες και μέχρι τώρα δεν κάναμε καμία καλή πράξη για τον Θεό; Αλλοίμονο μας, ταλαίπωρη! Τι θα γίνουμε την ημέρα της κρίσεως;»
Για αυτό να θεωρείς την προσευχή σου, παιδί μου, όλο τον καιρό της ζωής σου, σαν του χειρότερου αμαρτωλού. Διότι τότε αμαρτάνουμε χειρότερα, όταν νομίζουμε ότι η προσευχή μας είναι άγια και καθαρή. Άλλωστε και αν ακόμη κάνει κανείς σημεία και τέρατα, πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του αναπολόγητο, γιατί οπωσδήποτε θα αμαρτάνει στην προσευχή με τα εσωτερικά σκιρτήματα της καρδιάς ή και με τους απρόσεκτους λογισμούς. (Δηλαδή, όταν άλλα λέει το στόμα κι αλλού τρέχει ο νους). Γι
α αυτό θυμήσου να λες πάντα τούτα τα λόγια: «Ἐκ τῶν κρυφίων μου καθαρισόν με καί ἀπό ἀλλοτρίων φεῖσαι τοῦ δούλου σου».
Πρέπει ακόμη να έχεις και τούτο υπ' όψη σου: Ποτέ να μην ευχαριστείσαι με τα καλά σου έργα ούτε να ξεθαρρεύεις εξ αιτίας τους. Δεν ξέρεις, αν είναι αρεστά ή αποκρουστικά στο Θεό. Για αυτό καλύτερα να έχεις το θάρρος σου σ' Εκείνον και στη δύναμη του, λογαριάζοντας τον εαυτό σου ανώφελο χώμα. Αχ, παιδί μου, πόσες αμαρτίες κάνουμε και δεν τις ξέρουμε!
Όταν δεις τους συνανθρώπους σου να σφάλλουν, εσύ να τα βάζεις με τον εαυτό σου. Κι αν κανείς σε βρίσει, σε κατακρίνει ή σε περιφρονήσει, έστω και μέχρις εξευτελισμού, ταπείνωσε τον λογισμό σου και κατάκρινε και συ ο ίδιος τον εαυτό σου σαν αμαρτωλό και ανάξιο να ζει!... Ε, μ' όλ' αυτά θα έρθει η διόρθωση και η σωτηρία.
Τότε ο νέος τον ξαναρώτησε:
-Πάτερ, πως μπορεί ο άνθρωπος να νικάει κάθε πειρασμό του διαβόλου;
-Η νίκη σε κάθε πειρασμό είναι η σιωπή και η ταπείνωση. Όλα τα έργα του ταπεινόφρονος είναι γνωστά στον Θεό και επαινετά από τους αγγέλους του. Γι' αυτό είναι φρικτά και φοβερά στους δαίμονες. Γίνε, λοιπόν, ταπεινός και συντετριμμένος στην καρδιά, ώστε να ποθήσει το Άγιο Πνεύμα να κατοικήσει μέσα σου και να σου δώσει έτσι δύναμη ν' αποκρούσεις κάθε βιοτική μέριμνα. Γιατί διαβλέπω ότι αυτή περισσότερο σε απομακρύνει από το δρόμο του Θεού απασχολώντας σε με ανώφελα πράγματα. Αυτά δεν θα μας ωφελήσουν σε τίποτε, παιδί μου, την ημέρα της Κρίσεως. Δεν μας έστειλε ο Κύριος σε τούτη τη ζωή, για να πνίξουμε τον αυτό μας μέσα στις μέριμνες και τις υπερβολικές φροντίδες δελεαζόμενοι απ' τον διάβολο- μη γένοιτο! Καλυτέρεψε ολόκληρο τον εαυτό σου προς τον Θεό φροντίζοντας μόνο για την ψυχή σου, και Εκείνος έχει έννοια και για τις υλικές σου ανάγκες. Γιατί κανένας, όσο κι αν φροντίζει στην παρούσα ζωή για τη σάρκα του, δεν μπορεί να προσθέσει στο ανάστημά του ένα πήχη, καθώς είπε ο Κύριος. Τι όφελος έχουμε απ' τα πράγματα του κόσμου, έστω κι αν λάχει να τα συνάξουμε όλα στις αποθήκες μας; Στο τέλος τα αφήνουμε εδώ. Κι εμείς γυμνοί από αρετές κατοικούμε στον τάφο!... Ποιο υλικό κέρδος μπορεί να μας σώσει τότε; Ασφαλώς κανένα. Θα μας ζώσει από παντού το σκοτάδι, το ουαί, η αιώνια κόλαση. Γι' αυτό είναι απόλυτη ανάγκη να προσευχόμαστε αδιάλειπτα με πολλή περισυλλογή και γαλήνη. Νιώσε, λοιπόν, παιδάκι μου, και βάλε καλά στην καρδιά σου όλα όσα σου λέω και από δω και μπρος κόψε τις φροντίδες και ζήσε συνετά και ευάρεστα στον Κύριο και Θεό σου.
Μ' αυτές τις συμβουλές του ο μακάριος έφερε βαθειά κατάνυξη στην καρδιά του νέου. Τέλος εκείνος φεύγοντας έπεσε στα πόδια του και ζήτησε την ευχή του. Το ίδιο έκανε και ο Νήφων. Έπεσε κι αυτός στα πόδια του παιδιού κι έπειτα του έδωσε την ευχή του, για να φύγει.
Το παιδί αυτό ήταν υιός ενός από τους μεγάλους άρχοντες του παλατιού. Από τότε τον περισσότερο καιρό του τον περνούσε μαζί με τον όσιο πριν αυτός να τιμηθεί με το επισκοπικό αξίωμα. Έμαθε και το κελί του και σύχναζε εκεί τρυγώντας τα θεία διδάγματα, τα γλυκύτερα «υπέρ μέλι και κήριον». Έτσι τράφηκε η ψυχή του κι από μικρός έγινε εύχρηστο σκεύος στα χέρια του Θεού. Με τα πνευματικά του χαρίσματα ευαρέστησε στον Κύριο κι όταν ήρθε η ώρα, του παρέδωσε την ψυχή του κι αναπαύτηκε μέσα στη θεϊκή του αγκάλη. Το όνομα του ήταν Νεόφυτος. "





Η σοφία των αγίων γερόντων


          Κανείς ποτέ δεν πρέπει να απελπίζεται, έστω κι αν έκανε πολλές αμαρτίες, αλλά να ελπίζει ότι θα σωθεί με τη μετάνοια.
         

          Αμαρτία θανάσιμη είναι εκείνη για την οποία ο άνθρωπος μένει αμετανόητος. Κανένας δεν είναι τόσο αγαθός και σπλαχνικός όσο ο Θεός. Τον αμετανόητο όμως  ούτε Αυτός τον συγχωρεί.

         
          Πολύ λυπούμαστε όταν κάνουμε αμαρτίες. Τις αιτίες τους όμως με ευχαρίστηση τις δεχόμαστε.

(Μικρός Ευεργετινός)
 

Σε επίσκεψη του αββά Δανιήλ από τη Σκήτη σε ένα γυναικείο μοναστήρι που ονομαζόταν του αββά Ιερεμία αντίκρισε μέσα στην εσωτερική αυλή μια μοναχή να κοιμάται, φορώντας σχισμένα παλαιά ρούχα.

Λέει ο γέροντας· «Ποιά είναι αυτή που κοιμάται;». Του άπαντα μία από τις αδελφές· «Είναι μεθυσμένη και δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Να την πετάξουμε έξω από το μοναστήρι φοβόμαστε το κρίμα, αν την αφήσουμε όμως σκανδαλίζει τις αδελφές». Λέει ο γέροντας στον μαθητή του· «Πάρε τη λεκάνη και άδειασε την πάνω της». Όταν το έκανε, αμέσως αυτή σηκώθηκε σαν από μεθύσι. Του λέει η ηγουμένη· «Δέσποτα έτσι είναι πάντοτε».



Ενώ πήγαιναν να αναπαυθούν, λέει ο άββάς Δανιήλ στον μαθητή του: «Πήγαινε και δες που κοιμάται η μεθυσμένη, κάπου στην εσωτερική αυλή βρισκόταν». Αυτός πηγαίνει, βλέπει και του λέγει:«Είναι κοντά στα αφοδευτήρια». Λέγει ο γέροντας στον μαθητή του· «Μείνε άγρυπνος αυτή τη νύχτα μαζί μου».



Όταν αναπαύθηκαν όλες οι αδελφές, παίρνει ο γέροντας τον μαθητή του και πηγαίνει πίσω από ένα χώρισμα. Τότε βλέπουν τη μεθυσμένη να σηκώνεται και να υψώνει τα χέρια της στον ουρανό, και τα δάκρυα της να τρέχουν σαν ποτάμι, να κινούνται τα χείλη της, να κάνει μετάνοιες και όταν αντιλαμβανόταν καμιά αδελφή να πηγαίνει στα αφοδευτήρια, έπεφτε στο έδαφος ροχαλίζοντας.



Έτσι περνούσε όλες τις μέρες της. Λέει λοιπόν ο γέροντας στον μαθητή του· «Φώναξε μου την ηγουμένη διακριτικά». Πήγε και τη φώναξε καθώς και τη δεύτερη στη σειρά και ολόκληρη τη νύχτα έβλεπαν αυτά που έκανε.



Η ηγουμένη άρχισε να λέει κλαίγοντας· «Αχ για πόσα κακά δεν την κατηγόρησα». Κι όταν ακούστηκε το εγερτήριο, διαδόθηκε γι’ αυτήν στην αδελφότητα. Αυτή κατάλαβε τι έγινε και φεύγει κρυφά και πηγαίνει εκεί που κοιμόταν ο γέροντας και κλέβει το ραβδί του και την κάπα του και ανοίγει με προσοχή την πόρτα του μοναστηριού και γράφει ένα σημείωμα, το οποίο τοποθετεί στην κλειδαριά της πόρτας, λέγοντας· «Να προσεύχεσθε για μένα και να μου συγχωρήσετε για όσα σας έφταιξα» και εξαφανίστηκε.



Όταν ξημέρωσε, την αναζήτησαν, αλλά δεν την βρήκαν. Πηγαίνουν στην είσοδο της μονής και βρίσκουν ανοιχτή τη πόρτα και το σημείωμα εκεί και γίνεται μεγάλος θρήνος στο μοναστήρι.



Και λέει ο γέροντας· «Εγώ γι’ αυτήν ήλθα εδώ, γιατί τέτοιους μεθύστακες αγαπά ο Θεός». Όλες οι μοναχές εξομολογούνταν στον γέροντα τι είχαν κάνει σε βάρος της.



Και αφού ευλόγησε ο γέροντας τις αδελφές, αναχώρησε μαζί με τον μαθητή του για το κελλί τους, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Θεό, ο όποιος μόνον αυτός γνωρίζει πόσους κρυφούς δούλους έχει.



------------------------------------------------

πηγή:  Δημητρίου Γ. Τσάμη, «Μητερικόν», τ. Α.




Αγίου Συμεών του νέου θεολόγου - Πώς να διώχνεις τους κακούς λογισμούς.

Κανένας αρχάριος στην πνευματική ζωή δεν μπορεί να διώξη τον κακό λο­γισμό, αν ίσως δεν τον διώξη ο Θεός. δυνατές ψυχές μπορούν να πολεμήσουν και να διώξουν τούς κακούς λογισμούς, πλην κι αυτές όχι από λόγου τους, αλλά μαζί με τον Θεό τους πολεμούν και τούς διώχνουν.
Όταν σου έρχονται κακοί λογισμοί να επικαλήσαι ακατάπαυστα τον Κύριον Ιησούν, ήγουν να λες την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Γιέ του θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», κι αυτοί θα φυγαδευθούν γιατί δεν υποφέρουν τη θέρμη πού ανά­βει στην καρδιά η προσευχή. Η θέρμη αυτή είναι φωτιά που τους καίει, καθώς λέγει και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Με το όνομα του Ιησού χτύπα και λάβωνε τους εχθρούς. Επειδή και ο θεός ημών είναι φωτιά που αφανίζει την κακία.

Ένας αδερφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:
“Τι να κάνω;”

Ο Γέροντας του απαντά: “Την ώρα που ο Θεός θα μας επισκεφθεί, για ποιο πράγμα θα ανησυχήσουμε; ”

Του λέει ο αδελφός: “Για τις αμαρτίες μας”.

Λέει λοιπόν ο Γέροντας:
“Ας μπούμε επομένως στο κελί μας και μένοντας εκεί ας θυμόμαστε τις αμαρτίες μας και τότε ο Κύριος θα μας βοηθάει σε όλα”.

Ο μακάριος Αθανάσιος, ο επίσκοπος της Αλεξάνδρειας, παρακάλεσε τον αββά Παμβώ να κατέβει από την έρημο στην Αλεξάνδρεια.
Πραγματικά, κατέβηκε και βλέποντας μια θεατρίνα, γέμισαν δάκρυα τα μάτια του.
Όταν τον ρώτησαν όσοι ήταν κοντά του να μάθουν γιατί έκλαψε, είπε:
“Δύο πράγματα μου έφεραν τα δάκρυα, το ένα η απώλεια εκείνης, και το άλλο το ότι εγώ δεν έχω τόση φροντίδα να αρέσω στον Θεό, όση έχει αυτή, προκειμένου να αρέσει σε ανήθικους ανθρώπους”.

Κάποιοι αδελφοί επισκέφθηκαν τον αββά Φίλικα, έχοντας μαζί τους ανθρώπους κοσμικούς, και τον παρακάλεσαν να τους πει ένα λόγο, αλλά ο Γέροντας σιωπούσε.
Καθώς όμως τον παρακαλούσαν πολλή ώρα, τους είπε: “Θέλετε ν΄ ακούσετε κάποιο λόγο; ”
Του λένε: “Ναι, αββά”, και ο Γέροντας τους είπε: “Τώρα πια δεν υπάρχει λόγος.
Άλλοτε, όταν ρωτούσαν τους Γέροντες οι αδελφοί και έκαμναν όσα τους έλεγαν, ο Θεός τους φώτιζε πώς να μιλήσουν.
Τώρα όμως, επειδή ρωτούν βέβαια, αλλά δεν τηρούν αυτά που ακούν, ο Θεός πήρε από τους Γέροντες τη χάρη κι έτσι δεν βρίσκουν τι να πουν, γιατί ακριβώς δεν υπάρχει αυτός που θα τα εφαρμόσει”.
Όταν τα άκουσαν αυτά οι αδελφοί στέναξαν και είπαν: “Αββά, προσευχήσου για μας”.

Είπε κάποιος Γέροντας:
“Εάν υπήρχε περίπτωση, κατά την παρουσία του Θεού μετά την ανάσταση, να ξεψυχήσουν από φόβο οι άνθρωποι, όλος ο κόσμος θα πέθαινε από τρόμο και έκπληξη.
Τι θέαμα θα είναι να βλέπει κανείς να ανοίγουν οι ουρανοί και τον Θεό να εμφανίζεται με οργή και αγανάκτηση και αναρίθμητες στρατιές αγγέλων, και μαζί ολόκληρη την ανθρωπότητα!
Γι αυτό οφείλουμε να ζούμε έτσι, ωσάν κάθε μέρα να ζητάει ο Θεός να λογοδοτούμε για τον τρόπο της ζωής μας”.

Ένας αδελφός προχωρημένος στην πνευματική ζωή, την ώρα που έκαμνε τον κανόνα του μαζί με τον δικό του αδελφό, του ήταν αδύνατο να συγκρατήσει τα δάκρυά του και σταματούσε να λέει τον ψαλμό. Μια φορά ο αδελφός τον παρακάλεσε να του πει τι σκέφτεται την ώρα του κανόνα και κλαίει τόσο πικρά.
Αυτός του είπε: “Συγχώρησέ με, αδελφέ. Εγώ πάντοτε όταν κάνω τον κανόνα μου, βλέπω τον κριτή κι εμένα τον ίδιο να στέκομαι μπροστά του σαν κατάδικος και να ανακρίνομαι και να μου λέει: “Γιατί αμάρτησες;” Λοιπόν, επειδή δεν έχω τι να απολογηθώ, μου κλείνεται το στόμα και γι αυτό χάνω τον στίχο του ψαλμού. Συγχώρησέ με όμως, που σε θλίβω. Κι αν σε αναπαύει, ας κάνει ο καθένας μας χωριστά από τον άλλον τον κανόνα του”.
Του λέει ο αδελφός: “Όχι, πάτερ, γιατί κι αν ακόμη εγώ δεν έχω πένθος, αλλ΄ όμως, όταν σε βλέπω, κακίζω τον εαυτό μου”.
Κι ο Θεός είδε την ταπείνωσή του και χάρισε και σ΄ αυτόν το πένθος του αδελφού του.

Κάποιος Γέροντας ζούσε μόνος στη μονή των Μονιδίων και η παντοτινή του προσευχή ήταν η εξής:
“Κύριε, δεν έχω τον φόβο σου μέσα μου, γι αυτό στείλε μου κάποιον κεραυνό ή κάποια άλλη δύσκολη περίσταση, ή αρρώστια ή δαίμονα, μήπως έστω και μ΄ αυτόν τον τρόπο φοβηθεί η πωρωμένη μου ψυχή”.
Αυτά έλεγε και συνέχιζε να παρακαλεί τον Θεό. “Ξέρω ότι είναι αδύνατο να με συγχωρήσεις.
Γιατί αμάρτησα πολύ σε σένα, Δέσποτα, αλλ΄ αν είναι δυνατόν λόγω της ευσπλαχνίας σου, συγχώρεσέ με.

Αν όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει, τιμώρησέ με εδώ στη γη, Δέσποτα, και εκεί μη με παιδεύσεις, αλλ΄ εάν και αυτό είναι αδύνατο, τιμώρησέ με εδώ κατά ένα μέρος και εκεί ανακούφισέ με, έστω και λίγο, από την τιμωρία της κόλασης. Άρχισε από τώρα να με παιδεύεις, αλλά ας μην περιπέσω στην οργή σου, Δέσποτα”.

Μ΄ αυτή την επιμονή ένα ολόκληρο χρόνο με ασταμάτητα δάκρυα, με πολλή ταπείνωση στους λογισμούς του και με νηστείες παρακαλούσε τον Θεό και σκεπτόταν:
“Άραγε τι να σημαίνει ο λόγος που είπε ο Χριστός: Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται;”
Και κάποια ημέρα ενώ καθόταν κατά γης θλιμμένος και θρηνούσε κατά τη συνήθειά του, νύσταξε, και να, του παρουσιάσθηκε ο Χριστός με ιλαρό πρόσωπο και με γλυκιά φωνή του είπε:
“Τι έχεις, άνθρωπε, γιατί τόσο κλαις;”
Του απάντησε εκείνος: “Επειδή έπεσα, Κύριε”.
Και ο Ιησούς που του εμφανίσθηκε του λέει: “Σήκω επάνω”.
Αποκρίθηκε τότε ο πεσμένος στη γη: “Δεν μπορώ, αν δεν μου δώσεις το χέρι σου”.
Και άπλωσε Εκείνος το χέρι του και τον σήκωσε και του λέει πάλι με καλοσύνη:
“Γιατί κλαις, άνθρωπέ μου, γιατί τόσο λυπάσαι;”
“Και δεν θέλεις, Κύριε, -ρωτά ο αδελφός- να κλάψω και να λυπηθώ που τόσο σε πίκρανα;”
Τότε ο Κύριος άπλωσε το χέρι του πάνω στο κεφάλι του αδελφού, το αγκάλιασε και του λέει:
“Μη θλίβεσαι, ο Θεός θα είναι βοηθός σου από δω και πέρα. Επειδή εσύ πόνεσες, δεν θα στρέφεται πια η λύπη μου εναντίον σου. Εφόσον για σένα έχω χύσει το αίμα μου, δεν θα δείξω πολύ περισσότερο τη φιλανθρωπία μου και σε σένα και σε κάθε ψυχή που μετανοεί;”
Ο αδελφός συνήλθε κατόπιν από την οπτασία και ένιωσε την καρδιά του πλημμυρισμένη από χαρά, γιατί βεβαιώθηκε ότι ο Θεός τον ελέησε και έζησε σ΄ όλη του τη ζωή με πολλή ταπείνωση ευχαριστώντας τον Θεό.

Είπε ο αββάς Ησαϊας:
“Εάν σου έρθει λογισμός να κατακρίνεις τον πλησίον για κάποιο αμάρτημά του, πρώτα να σκεφθείς ότι εσύ είσαι περισσότερο αμαρτωλός απ΄ αυτόν και εκείνα που νομίζεις ότι σωστά τα κάνεις, μην πιστέψεις ότι ήσαν αρεστά στον Θεό. Και έτσι δεν θα τολμήσεις να καταδικάσεις τον πλησίον”.

Κάποιος αδελφός έκανε μια ερώτηση σ΄ έναν άγιο Γέροντα για να έχει μια βάση, ώστε να μην αμαρτάνει με τον λογισμό.
“Ας υποθέσουμε -είπε- ότι βλέπω κάποιον να κάνει κάτι και το λέω αυτό σε κάποιον άλλο, και βλέπω ότι δεν τον κατακρίνω, αλλά απλώς το συζητούμε. Αυτό παύει να είναι κατάκριση;”
Ο Γέροντας είπε: “Εάν μιλάς με εμπάθεια έχοντας κάτι εναντίον του, είναι κατάκριση, αν όμως είσαι ελεύθερος από πάθος, δεν είναι κατάκριση. Αλλά για να μη μεγαλώνει το κακό, η σιωπή είναι προτιμότερη”.

Είπε ένας Γέροντας:
“Τίποτε δεν παροργίζει τόσο τον Θεό και τίποτε δεν απογυμνώνει τόσο τον άνθρωπο από τη χάρη, ώστε να φτάσει και σε εγκατάλειψη από μέρους του Θεού, όσο το να κατηγορεί τον πλησίον του ή να τον κατακρίνει ή να τον εξουθενώνει. Και είναι τόσο βαρύτερη η κατάκριση από κάθε άλλη αμαρτία, ώστε ο ίδιος ο Χριστός λέει:
“Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι που έχεις στο μάτι σου και τότε θα δεις καθαρά για να βγάλεις το σκουπιδάκι πού βρίσκεται στο μάτι του αδελφού σου”.
Παρομοίασε δηλαδή το αμάρτημα του πλησίον με το σκουπιδάκι, ενώ την κατάκριση με το δοκάρι.
Είναι τόσο κακό το να κατακρίνει κανείς, σχεδόν ξεπερνά κάθε αμαρτία. Επομένως τίποτε δεν είναι βαρύτερο, αδελφοί μου, ούτε χειρότερο από το να καταδικάσουμε ή να εξουθενώσουμε τον πλησίον.
Γιατί να μην προτιμούμε να κατακρίνουμε τον εαυτό μας;
Και εννοώ τα κακά τα δικά μας πού καλά τα γνωρίζουμε και για τα οποία πρόκειται να δώσουμε λόγο στον Θεό.
Γιατί αρπάζουμε το δικαίωμα της κρίσης του Θεού;
Τι θέλουμε από το πλάσμα του, τι θέλουμε από τον πλησίον; Τι ζητάμε από τα βάρη του άλλου;
Έχουμε, αδελφοί, τι να φροντίσουμε. Ο καθείς ας προσέχει τον εαυτό του και τις δικές του κακίες.
Η εξουσία να δικαιώνει και να καταδικάζει, ανήκει μόνο στον Θεό, που γνωρίζει και την κατάσταση του καθενός και τη δύναμη, τον τρόπο της ζωής και τα χαρίσματά του, την ιδιοσυγκρασία και τις ικανότητές του, ανήκει στον Θεό που κρίνει ανάλογα με το καθένα απ΄ αυτά, όπως ο ίδιος μόνος τα γνωρίζει”.

Είπε ο αββάς Ζήνων:
«Εκείνος που θέλει ν΄ ακούσει γρήγορα ο Θεός την προσευχή του, μόλις σταθεί όρθιος και υψώσει τα χέρια του για να προσευχηθεί προς το Θεό, πριν απ΄ όλα και προτού ακόμα ευχηθεί για τη δική του ψυχή, ας προσευχηθεί από τα κατάβαθα της ψυχής του για τους εχθρούς του. Και μ΄ αυτή του την πράξη, για ότι κι αν παρακαλέσει το Θεό, θα εισακουστεί».

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

 

 



Αμάρτησες; Έλα στην Εκκλησία!, 
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου





Aλήθεια, ποιό λιμάνι μπορεί να συγκριθεί με το λιμάνι της Εκκλησίας; Ποιός παράδεισος μπορεί να συγκριθεί με τον παράδεισο των συγκεντρωμένων πιστών; Δεν υπάρχει εδώ φίδι που γυρεύει να μάς βλάψει, μόνο ο Xριστός που μάς οδηγεί μυστικά. … Γι' αυτό δεν θα 'ταν λάθος αν θεωρούσαμε την εκκλησία πιο σπουδαία από την κιβωτό. Γιατί η κιβωτός δεχόταν βέβαια τα ζώα και τα διατηρούσε ζώα- η εκκλησία όμως δέχεται τα ζώα και τα αλλάζει. Tί εννοώ μ' αυτό: Mπήκε στην κιβωτό ένα γεράκι, βγήκε πάλι γεράκι- μπήκε ένας λύκος, βγήκε πάλι λύκος. Eδώ μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι- μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο- μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί΄ όχι επειδή μεταβάλλεται η φύση του, αλλά επειδή διώχνεται μακριά η κακία.
Γι' αυτό φέρνω το λόγο διαρκώς στη μετάνοια. Γιατί η μετάνοια, που στον αμαρτωλό φαντάζει φοβερή και τρομερή, γιατρεύει τα παραπτώματα- εξαφανίζει τις παρανομίες- σταματά το δάκρυ- δίνει παρρησία μπροστά στο Θεό- είναι όπλο κατά του διαβόλου- μαχαίρι που τού κόβει το κεφάλι- ελπίδα σωτηρίας- αφαίρεση της απελπισίας. Aυτή ανοίγει στον άνθρωπο τον ουρανό. Aυτή τον οδηγεί στον παράδεισο. Aυτή νικά τον διάβολο. Γι' αυτό ακριβώς και σάς μιλώ συνέχεια γι' αυτήν. Όπως από την άλλη κι η υπερβολική αυτοπεποίθηση μάς οδηγεί στην πτώση. Eίσαι αμαρτωλός; Mήν απελπίζεσαι. Δεν σταματώ, σα φάρμακα αυτά τα λόγια συνεχώς να σάς τα δίνω. Γιατί ξέρω καλά τί όπλο δυνατό που είναι κατά του διαβόλου το να μη χάνεις την ελπίδα σου. Aν έχεις αμαρτήματα, μην απελπίζεσαι. Δεν παύω διαρκώς αυτά τα λόγια να τά επαναλαμβάνω. Aκόμα και αν αμαρτάνεις κάθε ημέρα, κάθε ημέρα να μετανοείς. Ας κάνουμε ό,τι ακριβώς και με τα σπίτια τα παλιά που είναι ετοιμόρροπα: αφαιρούμε τα παλαιά και σάπια υλικά και τ' αντικαθιστούμε με καινούργια- και δε λησμονούμε διαρκώς να τα περιποιούμαστε. Πάλιωσες σήμερα από την αμαρτία; Γίνε πάλι καινούργιος με τη μετάνοια. Mα είναι στ' αλήθεια δυνατό, αυτός που θα μετανοήσει να σωθεί; - αναρωτιούνται μερικοί. Eίναι, και πολύ μάλιστα. Όλη μου τη ζωή μέσα στις αμαρτίες την πέρασα- και αν μετανοήσω, θα σωθώ; Nα είσαι απολύτως βέβαιος γι' αυτό. Kι από που φαίνεται αυτό; Aπ' τη φιλανθρωπία του Kυρίου σου. Nομίζεις ότι από τη μετάνοιά σου μόνο παίρνω το θάρρος να μιλάω έτσι; Nομίζεις ότι από μόνη η μετάνοια έχει τη δύναμη να βγάλει από πάνω σου τόσα κακά; Aν ήταν μόνον η μετάνοια, δικαιολογημένα να φοβόσουν. Όμως μαζί με τη μετάνοια ενώνεται αξεδιάλυτα η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους. Kαι όριο αυτή η αγάπη δε γνωρίζει. Oύτε μπορεί κανείς να εξηγήσει με τα λόγια την απεραντοσύνη της αγάπης του Θεού. H δική σου κακία έχει ένα όριο- το φάρμακο όμως όριο δεν έχει. H δική σου κακία, όποια και να είναι, είναι μία ανθρώπινη κακία. Aπό την άλλη όμως βρίσκεται η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους, μια αγάπη που δεν περιγράφεται με λόγια. Nα έχεις λοιπόν θάρρος, γιατί αυτή η αγάπη νικάει την κακία σου. Φαντάσου μία σπίθα να πέφτει μες στο πέλαγος. Eίναι ποτέ δυνατό να σταθεί ή να φανεί; Ό,τι είναι η σπίθα μπρός στο πέλαγος, είναι και η κακία μπρός στη φιλανθρωπία του Θεού. Ή μάλλον η διαφορά είναι ακόμη πιό μεγάλη. Γιατί το πέλαγος, όσο πλατύ κι αν είναι, κάπου τελειώνει βέβαια. H αγάπη όμως του Θεού για τούς ανθρώπους τέλος δεν γνωρίζει. Όλα αυτά σάς τ' αναφέρω βέβαια όχι για νά σάς κάνω ράθυμους κι απρόσεκτους, αλλά για να σάς οδηγήσω στη μετάνοια με πιό μεγάλη προθυμία.

Διέπραξες κάποια παρανομία; Aιχμαλωτίστηκες από συνήθεια πονηρή; Kι ύστερα πάλι έφερες στο νου τα λόγια μου κι ένιωσες μέσα σου ντροπή; Έλα στην Εκκλησία! Ένιωσες λύπη μέσα στην καρδιά σου; Zήτησε τη βοήθεια του Θεού! Ήδη έχεις κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός. Aλίμονο, ενώ άκουσα τις συμβουλές σου, δεν τις ακολούθησα. Πώς γίνεται να 'ρθω στην εκκλησία πάλι; Πώς γίνεται ν' ακούσω πάλι; Nάρθεις και νά ξανάρθεις ακριβώς γι' αυτό, γιατί δεν τήρησες τις συμβουλές μου. Για να τις ξανακούσεις και να τις τηρήσεις.

 

 






Για την μνησικακία 
(Αββά Δωροθέου) 



Έ­νας α­πό τους Πα­τέ­ρες, ό Εύ­ά­γριος, εί­πε ό­τι οι μο­ναχοί δεν πρέ­πει να ορ­γί­ζον­ται η να στε­νο­χω­ρούν κα­νέ­ναν. Και πά­λι εί­πε: Αν κά­ποι­ος χα­λι­να­γω­γή­σει το θυ­μό, χα­λι­να­γω­γεί τους δαί­μο­νες. "Αν ό­μως έ­χει νι­κη­θεί ά­π' αυ­τό το πά­θος, εί­ναι τε­λεί­ως ξέ­νος α­πό τη μο­να­χι­κή ζω­ή και άλ­λα σχε­τι­κά. Τί λοι­πόν πρέ­πει να πού­με ε­μείς για τον ε­αυ­τό μας, που δέν στα­μα­τά­με μό­νο στο θυ­μό και στην ορ­γή, άλ­λα πολ­λές φο­ρές φτά­νου­με και μέ­χρι τη μνη­σι­κα­κί­α; Τί άλ­λο, πα­ρά το να πεν­θή­σου­με γι' αυ­τή την ε­λε­ει­νή και α­πάν­θρω­πη κα­τά­στα­ση μας; "Ας κρα­τη­θού­με λοι­πόν ά­γρυ­πνα τα μά­τια της ψυ­χής και του σώ­μα­τος, α­δελ­φοί μου, και ας βο­η­θή­σου­με «με­τά Θε­όν» τους ε­αυ­τούς μας, για να γλυ­τώ­σου­με α­πό την πί­κρα αυ­τού του κα­τα­στρε­πτι­κού πά­θους. Για­τί συμ­βαί­νει πολ­λές φο­ρές να βά­ζει κα­νείς με­τά­νοι­α στον α­δελ­φό του — ό­ταν φυ­σι­κά ψυ­χραν­θούν η στε­νο­χω­ρη­θούν με­τα­ξύ τους — και να πα­ρα­μέ­νει και με­τά τη με­τά­νοι­α λυ­πη­μέ­νος και έ­χον­τας λο­γι­σμούς ε­ναν­τί­ον του. Δεν πρέ­πει αυ­τός που πο­λε­μι­έ­ται α­πό τους λο­γι­σμούς ν' α­δι­α­φο­ρή­σει για το θέ­μα, άλ­λα α­μέ­σως να τους στα­μα­τή­σει. Για­τί αυ­τό εί­ναι μνη­σι­κα­κί­α.

Και εί­ναι α­νάγ­κη να προ­σέ­ξει με ά­γρυ­πνη φρον­τί­δα, να με­τα­νοήσει, ν’ α­γω­νι­στεί, ό­πως εί­πα, για να μην μεί­νει πο­λύ και­ρό μ' αυ­τούς τους λο­γι­σμούς και κιν­δυ­νεύ­σει. Για­τί με το να βά­λει με­τά­νοι­α, α­πλώς συμ­μορ­φώ­νε­ται σε μια πρα­κτι­κή εν­το­λή και προ­σω­ρι­νά αν­τι­με­τω­πί­ζει το θέ­μα της ορ­γής, άλ­λα δεν κά­νει κα­νέ­ναν α­γώ­να ε­ναν­τί­ον της μνη­σι­κα­κί­ας. Γι' αυ­τό και πα­ρα­μέ­νει Έ­χον­τας τη λύ­πη ε­ναν­τί­ον του α­δελ­φού του. Για­τί εί­ναι άλ­λο πράγ­μα η μνη­σι­κα­κί­α, άλ­λο η ορ­γή, άλ­λο ό θυ­μός και άλ­λο η τα­ρα­χή.

Και σας λέ­ω έ­να πα­ρά­δειγ­μα, για να κα­τα­λά­βε­τε. Αυ­τός που α­νά­βει φω­τιά, στην αρ­χή έ­χει λί­γη θρά­κα. Θρά­κα εί­ναι ό πι­κρός λό­γος του α­δελ­φού που τον λύ­πη­σε. Δες, η θρά­κα έ­χει λί­γη δύ­να­μη. Για­τί, τί εί­ναι μια λέ­ξού­λα του α­δελ­φού σου; "Αν την υ­πο­φέ­ρεις έ­σβη­σες τη θρά­κα. "Αν ό­μως αρ­χί­σεις να σκέ­πτε­σαι: «Για­τί μου το ' πε; Και ε­γώ μπο­ρώ να του α­παν­τή­σω. "Αν δεν ή­θε­λε να με στε­νο­χω­ρή­σει, δεν θα μου το '­λε­γε. Και, πι­στέψ­τε με, θα τον κα­νο­νί­σω ε­γώ»! Να, έ­τσι βά­ζεις μι­κρά ξυ­λα­ρά­κια η κά­ποι­ο άλ­λο προ­σά­ναμ­μα, ό­πως α­κρι­βώς κά­νει αυ­τός που θέ­λει ν' α­νά­ψει φωτιά, και γεμίζεις τον τόπο με κα­πνό, που εί­ναι η τα­ρα­χή. Τα­ρα­χή εί­ναι ό α­να­βρα­σμός εμ­πα­θών και ά­τα­κτων σκέ­ψε­ων, που ξε­ση­κώ­νουν την καρ­διά και την κά­νουν ε­πι­θε­τι­κή κα­τά του πλη­σί­ον. Αυ­τή δε η ε­πι­θε­τι­κή δι­ά­θε­ση κα­τά του άν­θρω­που που μας στε­νο­χώ­ρη­σε, πολ­λές φο­ρές παίρ­νει και χα­ρα­χτή­ρα α­πει­λη­τι­κό, για­τί γί­νε­ται και εκ­δι­κη­τι­κή, ό­πως α­κρι­βώς εί­πε και ό άβ­βάς Μάρ­κος: Η κα­κί­α που γί­νε­ται δέ­κτη με το λο­γι­σμό, κά­νει την καρ­διά θυ­μώ­δη και α­πει­λη­τι­κή," ε­νώ ό­ταν πο­λε­μη­θεί με την προ­σευ­χή και την ελ­πί­δα προ­κα­λεί με­τά­νοι­α και συν­τρι­βη.

Για­τί αν υ­πέ­φε­ρες τον α­σή­μαν­το λό­γο του α­δελ­φού σου, θα έ­σβη­νες, ό­πως εί­πα, και αυ­τή τη λί­γη θρά­κα, πριν ξε­ση­κω­θεί η τα­ρα­χή. "Ό­μως και αυ­τή, αν θέ­λεις, μπο­ρείς εύ­κο­λα να τη σβησεις, ό­σο εί­ναι και­ρός, με τη σι­ω­πή, με την προ­σευ­χή, με μια με­τά­νοι­α ο­λό­καρ­δη. "Αν ό­μως πα­ρα­μεί­νεις βγά­ζον­τας κα­πνό, μ' αυ­τό τον τρό­πο α­πο­θρα­σύ­νεις και ξε­ση­κώ­νεις την καρ­διά σου στρι­φο­γυ­ρί­ζον­τας στο νου σου: «Για­τί μου το ' πε; Μπο­ρώ να του α­παν­τή­σω και ε­γώ». Α­π' ό­λο αυ­τό το βρά­σι­μο και τη δι­α­μά­χη των λο­γι­σμών, με τους ό­ποί­ους η καρ­διά α­νά­βει και ξε­ση­κώ­νε­ται με εμ­πά­θεια, α­νά­βει το πά­θος του θυ­μού. Για­τί θυ­μός εί­ναι το ξά­ναμ­μα του αί­μα­τος, που βρί­σκε­ται γύ­ρω α­π' την καρ­διά, ό­πως λέ­ει ό Μ. Βα­σί­λει­ος. Να, έ­τσι α­νά­βει ό θυ­μός, έ­τσι βρι­σκό­μα­στε ό­ταν κα­τά­στα­ση που την λέ­με ό­ξυ­χο­λία. "Αν λοι­πόν θέ­λεις μπο­ρείς να τον σβή­σεις και αυ­τόν, πριν φέ­ρει την ορ­γή. "Αν ό­μως συ­νε­χί­σεις να τα­ρά­ζεις και να τα­ρά­ζε­σαι, μοι­άζεις σαν κι αυ­τόν που ρί­χνει ξύ­λα στη φω­τιά και με­γα­λώ­νει τη φλό­γα. Και έ­τσι γί­νον­ται τα α­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να, που εί­ναι η ορ­γή.

Και αυ­τό εί­ναι ε­κεί­νο που εί­πε ό άβ­βάς Ζω­σι­μάς, ό­ταν τον ρώ­τη­σαν τί ση­μαί­νει η φρά­ση: «Ό­που δεν υ­πάρ­χει θυ­μός, στα­μα­τά­ει η δι­α­μά­χη». Για­τί, αν ό­ταν αρ­χή της τα­ρα­χής, μό­λις αρ­χί­σει, ό­πως εί­πα­με, να βγά­ζει κα­πνό και να πε­τά­ει με­ρι­κές σπί­θες, προ­λά­βει κα­νείς και κα­τη­γο­ρή­σει τον ε­αυ­τόν του και βά­λει με­τά­νοι­α, πριν α­κό­μα ξε­ση­κω­θεί η τα­ρα­χή και γί­νει θυ­μός, τό­τε μέ­νει ει­ρη­νι­κός. Πά­λι α­φού α­νά­ψει ό θυ­μός, αν δεν η­συ­χά­σει, άλ­λα α­φή­σει στην ψυ­χή του την τα­ρα­χή και την έκ­δι­κη­τι­κό­τη­τα, μοιά­ζει, ό­πως εί­πα­με, μ' αυ­τόν που ρί­χνει ξύ­λα στη φω­τιά και πα­ρα­μέ­νει ξα­ναμ­μέ­νος μέ­χρι να φτιά­ξει με­γά­λα κάρ­βου­να. Ό­πως α­κρι­βώς λοι­πόν η θρά­κα γί­νε­ται κάρ­βου­να, που α­πο­θή­κεύ­ον­ται και μέ­νουν πολ­λά χρό­νια χω­ρίς να κα­τα­στρέ­φον­ται,και αν τους ρί­ξει κα­νείς νε­ρό, δεν σα­πί­ζουν, '­έ­τσι και η ορ­γή. "Αν μεί­νει πο­λύ και­ρό στην ψυ­χή γί­νε­ται μνη­σι­κα­κί­α. Και τό­τε, αν δεν χύ­σει κα­νείς το αί­μα του, δεν α­παλ­λάσ­σε­ται ά­π' αυ­τή. Να λοι­πόν, σας εί­πα τη δι­α­φο­ρά, κα­τα­λά­βα­τε. Α­κού­σα­τε τί εί­ναι η πρώ­τη τα­ρα­χή, τί ό θυ­μός, τί η ορ­γή και τί η μνη­σι­κα­κί­α. Βλέ­πε­τε πώς α­πό μια κου­βέν­τα φτά­νου­με σε τό­σο με­γά­λο κα­κό; Για­τί αν α­πό την αρ­χή κα­τη­γο­ρού­σε τον ε­αυ­τόν του και υ­πέ­με­νε το λό­γο του α­δελ­φού του και δεν κοί­τα­ζε να πά­ρει εκ­δί­κη­ση και, αν­τί για '­έ­να λό­γο, να πει δύ­ο η πέν­τε λό­γους και ν' αν­τα­πο­δώ­σει κα­κό αν­τί κα­κού, θα γλύ­τω­νε α­π' ό­λα αυ­τά τα κα­κά. Γι’ αυ­τό πάν­το­τε σας λέ­ω: "Ό­σο α­κό­μα εί­ναι στην αρ­χή τα πά­θη, κόψ­τε τα, πριν δυ­να­μώ­σουν ε­ναν­τί­ον σας και σας τα­λαι­πω­ρή­σουν. Για­τί εί­ναι άλ­λο πράγ­μα να βγά­ζεις μι­κρό χορ­τα­ρά­κι και άλ­λο να ξε­ρι­ζώ­νεις με­γά­λο δέν­τρο.

Δεν πα­ρα­ξε­νεύ­ο­μαι για τί­πο­τα άλ­λο, πα­ρά μό­νο για το ο­τι δεν κα­τα­λα­βαί­νου­με τί ψάλ­λου­με. Κα­θη­με­ρι­νά ψάλ­λου­με και κα­τα­ρι­ό­μα­στε έ­τσι τους ε­αυ­τούς μας, χω­ρίς να το κα­τα­λα­βαί­νου­με. Δεν έ­χου­με υ­πο­χρέ­ω­ση να ξέ­ρου­με τί ψάλ­λου­με; Πάν­το­τε βέ­βαι­α λέ­με: «"Αν σ' αυ­τούς που μού αν­τα­πέ­δω­σαν αν­τί των ευ­ερ­γε­σι­ών θλί­ψεις, έ­κα­να και ε­γώ το ί­διο, τό­τε ας πέ­σω έ­ρη­μος και α­βο­ή­θη­τος στα χέ­ρια των ε­χθρών μου» (Ψαλ. 7, 5). Τί ση­μαί­νει ό­μως να πέ­σω; Ό­σο κα­νείς στέ­κε­ται όρ­θιος έ­χει τη δύ­να­μη να α­μυν­θεί κα­τά των έ­χθρων του, κτυ­πά­ει, κτυ­πι­έ­ται, νι­κά­ει, νι­κι­έ­ται. Για­τί α­κό­μα εί­ναι όρ­θιος. "Αν ό­μως πέ­σει, πώς μπο­ρεί να συ­νε­χί­σει την πά­λη με τον ε­χθρό, α­φού βρί­σκε­ται πε­σμέ­νος κα­τα­γής; Και κα­τα­ρι­ό­μα­στε τους ε­αυ­τούς μας, ό­χι μό­νο να πέ­σου­με στα χέ­ρια των έ­χθρων μας, άλ­λα να πέ­σου­με και α­βο­η­θη­τοι. Τί ση­μαί­νει να πέ­σει κα­νείς α­βο­ή­θη­τος στα χέ­ρια των ε­χθρών του; Εί­πα­με ό­τι να πέ­σει κα­νείς ση­μαί­νει ό­τι δεν έ­χει πια τη δύ­να­μη ν' αν­τι­στα­θεί, ση­μαί­νει ό­τι βρί­σκε­ται πε­σμέ­νος κα­τα­γης. Το δε έ­ρη­μος και α­βο­ή­θη­τος ση­μαί­νει, να μην '­έ­χει πο­τέ τί­πο­τα κα­λό, που να του δώ­σει τη δύ­να­μη να ση­κω­θεί. Για­τί ε­κεί­νος που ση­κώ­νε­ται, μπο­ρεί πά­λι να φρον­τί­σει τον ε­αυ­τόν του και ό­ποι­α στιγ­μή χρεια­στεί, να ξα­να­πα­λαί­ψει με τον ε­χθρό. 

Με­τά λέ­με: «"Ας κα­τα­δι­ώ­ξει τό­τε ό ε­χθρός την ψυ­χή μου και ας με συλ­λά­βει αιχ­μά­λω­το». "Ό­χι μό­νο να μας κα­τα­δι­ώ­ξει, άλ­λα και να μας συλ­λά­βει, ώ­στε να εί­μα­στε αιχ­μά­λω­τοι σ' αυ­τόν πάν­τα, να μας νι­κά­ει, και σε κα­θε­τί να μας κα­τα­βάλ­λει, αν αν­τα­πο­δί­δου­με το κα­κό σ' ό­σους μας εκ­δι­κούν­ται. Και δεν ευ­χό­μα­στε μό­νον αυ­τό, αλ­λά και να πο­δο­πα­τή­σει τη ζωή μας (Ψαλ. 7, 6). Τί είναι η ζωή μας; Η ζωή μας είναι οι αρετές. Και πα­ρα­κα­λού­με να πο­δο­πα­τη­θεί η ζω­ή μας στο χώ­μα, για να γί­νου­με εν­τε­λώς χω­μά­τι­νοι, έ­χον­τας στραμ­μέ­νο ό­λο το λο­γι­σμό­μας στη γη. «Και τη δό­ξα μας ας τη θά­ψει βα­θιά στο χώ­μα». Τι άλ­λο εί­ναι η δό­ξα μας, πα­ρά η γνώ­ση που γεν­νι­έ­ται στην ψυ­χή που τη­ρεί τις ά­γι­ες εν­το­λές; Αυ­τό λοι­πόν λέ­με. Δη­λα­δή να μας δο­ξά­σει, ό­πως λέ­ει ό Α­πό­στο­λος (Φιλ 3, 19) μέ­σα στην αι­σχύ­νη μας. Να πο­δο­πα­τή­σει στο χώ­μα τη ζω­ή μας και να κά­νει τη ζω­ή και τη δό­ξα μας γή­ι­να, ώ­στε τί­πο­τα να μην λο­γι­α­ζό­μα­στε, σύμ­φω­να με το θέ­λη­μα του Θε­ού. Αν­τί­θε­τα να σκε­πτό­μα­στε πάν­τα σω­μα­τι­κά, πάν­τα σαρ­κι­κά σαν αυ­τούς για τους ο­ποί­ους λέ­ει ό Θε­ός: «Δεν θα πα­ρα­μεί­νει για πο­λύ το πνεύ­μα μου σ' αυ­τούς τους αν­θρώ­πους ε­πει­δή φρο­νούν και ζουν σαρ­κι­κά» (Γεν. 6, 3).

Έ­τσι λοι­πόν ψέλ­νον­τας ό­λα αυ­τά, κα­τα­ρι­ό­μα­στε τους ε­αυτούς μας, αν α­πο­δί­δου­με κα­κό αν­τί για κα­κό. Και ό­μως ό­σα κα­κά αν­τί κα­κών α­πο­δί­δου­με και δεν μας εν­δι­α­φέ­ρει κα­θό­λου, άλ­λα α­δι­α­φο­ρού­με. Συμ­βαί­νει δε πολ­λές φο­ρές ν' α­πο­δί­δει κα­νείς κα­κό αν­τί για κα­κό ό­χι μό­νο με πρά­ξη, άλ­λα και με λό­γο και με τη στά­ση του. Και πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ε­ξω­τε­ρι­κά ό­τι δεν αν­τα­πέ­δω­σε με πρά­ξη το κα­κό, άλ­λα βλέ­πει ό­τι το αν­τα­πέ­δω­σε με λό­γο η, ό­πως εί­πα, με τη συμ­πε­ρι­φο­ρά του. Για­τί πολ­λές φο­ρές κά­νει κα­νείς έ­να μορ­φα­σμό η μια κί­νη­ση η ρί­χνει έ­να βλέμ­μα και τα­ράσ­σει τον α­δελ­φό του. Για­τί μπο­ρεί κα­νείς και μ' έ­να βλέμ­μα και με μια κί­νη­ση να πλη­γώ­σει τον α­δελ­φό του. Και εί­ναι και αυ­τό αν­τα­πό­δο­ση κα­κό αν­τί κά­κου. "Άλ­λος προ­σπα­θεί να μην αν­τα­πο­δώ­σει το κα­κό ού­τε με πρά­ξη, ού­τε με λό­γο, ού­τε με μορ­φασμό η με κί­νη­ση. Λυ­πά­ται ό­μως στην ψυ­χή του για τον α­δελ­φό του και στε­νο­χω­ρι­έ­ται μα­ζί του. Βλέ­πε­τε πό­ση δι­α­φο­ρά κα­ταστά­σε­ων! "Άλ­λος πά­λι δεν τρέ­φει κα­μιά λύ­πη για τον α­δελ­φό του. "Αν ό­μως α­κού­σει ό­τι κά­πο­τε κά­ποι­ος τον στε­νο­χώ­ρη­σε η γόγ­γυ­σε ε­ναν­τί­ον του η τον έ­βρι­σε, ευ­χα­ρι­στι­έ­ται που τ' α­κού­ει και βρί­σκε­ται και αυ­τός στην κα­τά­στα­ση ν' α­πο­δί­δει κα­κό αν­τί για κα­κό μέ­σα στην καρ­διά του. "Άλ­λος ού­τε κα­κί­α κρα­τά­ει, ού­τε χαί­ρε­ται ό­ταν α­κού­ει κα­κο­λο­γί­α γι' αυ­τόν που τον έ­θλι­ψε, άλ­λα στε­νο­χω­ρι­έ­ται βα­θιά αν ε­κεί­νος λυ­πη­θεί. Δεν αι­σθά­νε­ται ό­μως ευ­χά­ρι­στα αν του συμ­βεί κά­τι κα­λό, άλ­λα αν τον δει να δο­ξά­ζε­ται η ν' α­να­παύ­ε­ται, στε­νο­χω­ρι­έ­ται. Και είναι και αυτό ένα είδος μνησικακίας, ελαφρότερο, όμως πραγματικό. Πρέπει δε και να χαίρεται κανείς για τα καλά του αδελφού του και να κάνει τα πάντα για να τον εξυπηρετήσει και με καθετί να φροντίζει να τον τιμάει και να τον αναπαύει.

Στην αρχή του λόγου είπαμε ότι πολλές φορές συμβαίνει να βάλει κάποιος μετάνοια στον αδελφό του και μετά τη μετάνοια να παραμένει ακόμα λυπημένος μαζί του. Τότε λέμε ότι, βάζοντας μετάνοια, την μεν οργή θεράπευσε μ' αυτή τη μετάνοια, εναντίον όμως της μνησικακίας δεν αγωνίστηκε ακόμα. Υπάρχει δε και άλλος που αν συμβεί να στενοχωρηθεί με κάποιον και βάλουν μετάνοια και συγχωρεθούν ειρηνεύει απέναντι του και δεν βαστάει στην καρδιά του καμιά κακή αναμνηση γι' αυτόν. "Αν όμως συμβεί, μετά από μερικές ήμερες, να του πει κάτι που να τον στενοχωρήσει, αρχίζει να ξαναθυμάται και τα πρώτα και ν' αναστατώνεται, όχι μόνο για τα δεύτερα, άλλα και για τα πρώτα. Αυτός μοιάζει με άνθρωπο που έχει πληγή και βάζει έμπλαστρο. Και προσωρινά με το έμπλαστρο την επουλώνει. Είναι όμως ακόμα το μέρος ευαίσθητο και οποιαδήποτε στιγμή του ρίξει κανείς μια πέτρα, πληγώνεται πιο εύκολα άπ' όλο το άλλο σώμα και αρχίζει αμέσως να αιμορραγεί. Έτσι παθαίνει και αυτός. Είχε πληγή και της έβαλε επάνω έμπλαστρο, που είναι η μετάνοια. Και προσωρινά μεν θεράπευσε την πληγή, ακριβώς όπως και ό πρώτος, δηλαδή θεράπευσε την οργή, και άρχισε να φροντίζει και για τη μνησικακία προσπαθώντας να μην κρατήσει καμιά κακή ενθύμηση στην καρδιά του. Αυτό ακριβώς είναι η επούλωση του τραύματος. Δεν το εξαφάνισε όμως μέχρι τώρα εντελώς, άλλα ακόμα έχει το έλλειμμα της μνησικακίας, που είναι η ουλή απ' που εύκολα ξανανοίγει όλο το τραύμα, όταν δεχτεί μικρό κτύπημα. Πρέπει λοιπόν ν' αγωνιστεί, για να εξαφανίσει εντελώς την αυλή, ώστε και να ξαναβγάλει τρίχες το μέρος εκείνο και να μην μείνει καμιά ασχημία, ούτε να γίνεται καθόλου αντιληπτό ότι βρισκόταν σ' εκείνο το μέρος τραύμα.

Πώς όμως μπορεί να το κατορθώσει κανείς αυτό; Με το να προσεύχεται μ' δηλ του την καρδιά γι αυτόν που τον λύπησε και να λέει: «Θεέ μου, βοήθησε τον αδελφό μου και με τις ευχές του και μενα». Και βρίσκεται στη θέση να προσεύχεται για τον αδελφό του — πράγμα που αποτελεί απόδειξη της αγάπης και της συμπάθειας — και να ταπεινώνεται ζητώντας βοήθεια με τις ευχές του. Όπου δε υπάρχει συμπάθεια, αγάπη και ταπείνωση, πώς μπορεί να υπερισχύσει θυμός η μνησικακία η κάποιο άλλο πάθος; Καθώς είπε και ό άββάς Ζωσιμάς: «Και αν ακόμα ξεσηκώ­σει ό­λα τα σύ­νερ­γα της κα­κί­ας του ό δι­ά­βο­λος με ό­λα τα δαι­μό­νια του, ό­λες οι πο­νη­ρι­ές του α­χρη­στεύ­ον­ται και συν­τρίβον­ται α­πό την τα­πεί­νω­ση, που φέρ­νει η τή­ρη­ση της εν­το­λής του Χρί­στου». Λέ­ει δε κά­ποι­ος άλ­λος Γέ­ρον­τας: «Αυ­τός που προ­σεύ­χε­ται για τους ε­χθρούς του, δεν έ­χει μέ­σα του μνη­σι­κα­κί­α».
Κα­τα­νο­ή­στε κα­λά ό,τι α­κού­τε και κά­νε­τε τα πρά­ξη. Για­τί πραγ­μα­τι­κά, αν πρα­κτι­κά δεν τα ε­φαρ­μό­σε­τε, με­τά λό­για δεν μπο­ρεί­τε αυ­τά να τα μά­θε­τε. Ποι­ός άν­θρω­πος που θέ­λει να μά­θει μια τέ­χνη, τη μα­θαί­νει μό­νο με τα λό­για; Ο­πωσ­δή­πο­τε πρώ­τα φτιά­χνει και χα­λά­ει και ξα­να­φτιά­χνει και ξα­να­χα­λά­ει και έ­τσι, κο­πι­ά­ζον­τας λί­γο και υ­πο­μέ­νον­τας, μα­θαί­νει την τέ­χνη, με τη βο­ή­θεια του Θε­ού, που βλέ­πει την προ­αί­ρε­ση και τον κό­πο του και τον δυ­να­μώ­νει στο έρ­γο. Και ε­μείς θέ­λου­με να μά­θου­με την με­γα­λύ­τε­ρη ά­π' ό­λες τις τέ­χνες, χω­ρίς να κα­τα­πι­α­στού­με με '­έρ­γα; Πώς εί­ναι δυ­να­τόν; "Ας προ­σέ­ξου­με τους ε­αυ­τούς μας, α­δελ­φοί μου, και ας δου­λέ­ψου­με με πολ­λή ε­πι­μέ­λεια, ό­σο έ­χου­με α­κό­μα και­ρό. Ό Θε­ός να δώ­σει να θυ­μό­μα­στε και να φυ­λά­με ε­κεί­να που α­κού­με, για να μην μας ε­πι­βα­ρύ­νουν την η­μέ­ρα της κρί­σε­ως.


 

 

 

 

 

Οσίου Εφραίμ του Σύρου

 

Λόγος για την αληθινή απάρνηση του κόσμου, και για τον τρόπο που η ψυχή θα βρει το Θεό. γι' αυτό και ήρθε ο Κύριος.

 

 

 

Όταν λοιπόν στέκεσαι, για να προσευχηθείς στον Θεό, πρόσεχε να μην αρπάζουν οι εχθροί σου τα ωραία σκεύη σου, με τα οποία ψάλλεις στον Θεό, δηλαδή τους λογισμούς σου. Και τότε, πώς η με ποιο μέσο θα υπηρετήσεις τον Θεό, αν σου αφαιρεθούν τα όπλα, δηλαδή αν αιχμαλωτισθούν οι λογισμοί σου; Διότι δεν έχει ανάγκη ο Θεόςνα προσεύχεται το στόμα ή η γλώσσα. Διότι η υπηρεσία του Θεού είναι αυτή: οι λογισμοί, και όλη η ισχύς και η δύναμη της ψυχής, και όλος ο νους, να αποβλέπουν σταθερά προς τον Θεό. Μην αναμείξεις με το χρυσάφι σου χαλκό ή μόλυβδο, δηλαδή μην αναμείξεις με την ψυχή σου πολλούς και ακάθαρτους λογισμούς. διότι όπως μια κόρη αρραβωνιασμένη μ' έναν άνδρα, αν αποπλανηθεί από άλλους, γίνεται σιχαμερή για τον άνδρα της, έτσι και η ψυχή, αν παρασύρεται από ρυπαρούς λογισμούς και συμφωνεί μ' αυτούς, είναι σιχαμερή στον επουράνιο νυμφίο της Χριστό. Αλλά όσο είναι δυνατό σ' αυτήν, ας μην συνδυάζεται με τους ρυπαρούς λογισμούς, ούτε να γλυκαίνεται με τη συγκατάθεση σ' αυτούς, για να δει ο Κύριος την αγάπη της προς αυτόν, και να την σπλαχνισθεί, και να έρθει και να εξολοθρεύσει τους εχθρούς της, που την συμβουλεύουν, και προσπαθούν να την πείσουν να έχει έχθρα προς το Νυμφίο της, και θέλουν να διαφθείρουν το νου της απομακρύνοντάς τον από τον Χριστό. Και όταν δει ο Κύριος  ότι η ψυχή συγκεντρώνει τον εαυτό της, ζητώντας πάντοτε τον Κύριο όσο είναι δυνατό σ' αυτήν, και προσδοκώντας, και κραυγάζοντας σ' αυτόν νύχτα και μέρα (διότι τέτοια μάλιστα εντολή έδωσε, να προσευχόμαστε δηλαδή αδιάκοπα) γρήγορα θα αποδώσει το δίκιο της(Λουκ. 18,8), και αφού την καθαρίσει από την κακία που είναι μέσα της, θα την βάλει στο πλευρό του νύφη άσπιλη(πρβλ. Εφεσ. 5,26-27)

Αν λοιπόν πιστεύεις σ' αυτόν, ότι αυτά είναι αληθινά, όπως και είναι αληθινά, πρόσεχε τον εαυτό σου, αν η ψυχή σου βρήκε το φως που την οδηγεί, και αν βρήκε την αληθινή βρώση και πόση, που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αν όμως δεν τα έχεις, ζήτησε νύχτα και μέρα, για να τα λάβεις. διότι είσαι τυφλός. Έτσι υποσχέθηκε, και έτσι βρίσκει η ψυχή τον αληθινό Θεό. Όταν λοιπόν βλέπεις τον ήλιο, ζήτησε τον αληθινό ήλιο, και στρέψε το βλέμμα στη ψυχή σου, μήπως βρεις το αληθινό φως. διότι όλα όσα φαίνονται είναι σκιά των αοράτων και αληθινών πραγμάτων της ψυχής. Διότι υπάρχει κοντά σ' αυτόν, που φαίνεται, άλλος άνθρωπος, εσωτερικός, και άλλα μάτια που τα τύφλωσε ο Σατανάς, και άλλα αυτιά που τα κούφανε, και ήρθε ο Ιησούς να σώσει αυτό τον άνθρωπο, και να τον κάνει άνθρωπο υγιή. "διότι ο Υιός του ανθρώπου ήρθε να αναζητήσει και να σώσει το απολωλός"(Λουκ, 19,10). Σ' αυτόν ανήκει η δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!

 

 

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΡΟΣΕΥΧΗ




Με την προσευχή μιλάει ο άνθρωπος άμεσα με τον Θεό. Με την προσευχή ο άνθρωπος γίνεται παιδί του Θεού! Με την προσευχή ξεπερνιούνται  τα εμπόδια του βίου τούτου, δηλαδή οι θλίψεις, οι στεναχώριες, τα βάσανα, οι δυστυχίες, οι στερήσεις, οι μηχανορραφίες, οι ραδιουργίες, οι καταλαλιές και συκοφαντίες. Με την προσευχή συντρίβονται τα βέλη των ορατών και αοράτων εχθρών.


Η σωτηρία του ανθρώπου εξαρτάται από την προσευχή, γιατί τον ενώνει με τον Θεό. όταν ο άνθρωπος είναι ενωμένος με τον Θεό, είναι επόμενο να μη ξεφεύγει από το Νόμο του Θεού και να προσέχει σε κάθε βήμα του. Έτσι με την προσευχή όλοι μας οι σκοποί στη ζωή είναι θεάρεστοι. Όλες μας οι ενέργειες στέφονται από επιτυχία, γιατί έχουμε συμπαραστάτη μας το Θεό. Είναι λοιπόν η προσευχή κάτι αναγκαίο και πρωταρχικό στη ζωή μας. Όμως ο σατανάς μας παραμονεύει πάντοτε, για να βρεί μια στιγμή, που δεν κρατάμε το όπλο της προσευχής, ώστε να μας παρασύρει στο δρόμο του, που πάντα είναι εύκολος και κατηφορικός. Να, γιατί επιβάλλεται η προσευχή μας να είναι πάντοτε συνεχής και αδιάλειπτη.   
  Πρέπει να ξέρουμε, ότι και η απλή επίκληση του ονόματος του Κυρίου είναι προσευχή! και δεν χωράει αμφιβολία, ότι αυτό μπορεί και πρέπει να γίνεται συνεχώς, σε κάθε αναπνοή μας… Μ’ αυτόν τον τρόπο η σκέψη μας και η μνήμη μας κατευθύνονται συνεχώς στο Θεό.






Αδιαλείπτως προσεύχεσθε
Ιερά μονή Κουτλουμουσίου.