Καλή Σαρακοστη!!Το web radio ειναι παλι κοντα σας!!http://enoriakosteki.listen2myshow.com/!

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΑΓΑΠΗΣ

Σήμερα Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013 είχαμε τη μεγάλη χαρά να υποδεχτούμε το 32 Δημοτικό σχολείο! Μετά τη Θ. Λειτουργία τα παιδιά με τη συνεργασία και βοήθεια των δασκάλων τους, προσέφεραν δέματα με τρόφιμα για τους αναγκεμένους αδελφούς της ενορίας μας.


Την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013 μας επισκέφθηκε το Γυμνάσιο της ενορίας μας προσφεροντας μας δέματα αγάπης για τα γεύματα που προσφέρει η ενορία μας.












Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Ἡ τιμωρία τῆς μνησικακίας


    Ὁ πρεσβύτερος Τίτος καὶ ὁ διάκονος Εὐάγριος ἦταν συμμοναστὲς στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου.
    Ὁ διάβολος, ποὺ πάντοτε σπέρνει ζιζάνια, δημιούργησε ἔχθρα ἀνάμεσά τους. Κι ἐνῶ πρῶτα ἦταν ἀγαπημένοι, ἔφτασαν τώρα στὸ σημεῖο νὰ μὴ θέλουν νὰ ἰδωθοῦν.
    Στὴν ἐκκλησία δὲν θύμιαζε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Κι ὅταν ὁ ἕνας θύμιαζε, ὁ ἄλλος ἔφευγε μακριά.
    Οἱ ἄλλοι μοναχοὶ πάσχιζαν νὰ τοὺς συμφιλιώσουν, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα.
    Κάποτε ὁ πρεσβύτερος Τίτος ἀρρώστησε βαριά. Συνῆλθε τότε καὶ κάλεσε μετανοημένος τὸν Εὐάγριο γιὰ νὰ συγχωρεθοῦν. Ἐκεῖνος ὅμως ἀρνήθηκε νὰ τὸν συγχωρήσει, κι ἄρχισε ἀπὸ μακριὰ νὰ τὸν καταριέται καὶ νὰ τὸν βρίζει. Τὸν ἅρπαξαν τότε καὶ τὸν ἔφεραν μὲ τὴ βὶα στὸν ἄρρωστο.
    -Συγχώρησε μέ, ἀδελφέ, ἱκέτεψε ὁ Τίτος μὲ δάκρυα, μόλις τὸν εἶδε.
    -Ποτὲ δὲν θὰ συμφιλιωθῶ μαζί σου οὔτε σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ οὔτε στὴν ἄλλη, δήλωσε ἄσπλαχνα ὁ Εὐάγριος.
    Τὴν ἴδια ὅμως στιγμὴ ἔπεσε κάτω νεκρός. Ἀντίθετα ὁ Τίτος σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι ὑγιὴς καὶ διηγήθηκε στοὺς πατέρες τὰ ἀκόλουθα:
    Εἶχα φτάσει κοντὰ στὸ θάνατο, χωρὶς νὰ ἔχω συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Εὐάγριο. Καὶ τότε, τί νὰ δῶ! Μὲ πλησίασαν Ἄγγελοι, ἀλλὰ ἔφυγαν ἀμέσως κλαίγοντας γιὰ τὸ χαμὸ τῆς ψυχῆς μου. Τότε ἦρθαν κοντά μου οἱ δαίμονες, χαρούμενοι ποὺ θὰ μὲ κέρδιζαν, ἐξ αἰτίας τῆς ὀργῆς καὶ τῆς μνησικακίας. Γι’ αὐτὸ φώναξα νὰ μοῦ φέρετε τὸν ἀδελφὸ νὰ συγχωρεθοῦμε. Ὅταν ὅμως ἔσκυψα στὰ πόδια του κι ἐκεῖνος γύρισε ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό του, βλέπω ξαφνικὰ δίπλα μου ἕναν φοβερὸ Ἄγγελο. Κρατοῦσε στὰ χέρια του φλογισμένο ἀκόντιο. Μ’ αὐτὸ τρύπησε ἀνελέητα τὸν Εὐάγριο, ποὺ ἔπεσε νεκρός. Ὕστερα ὁ Ἄγγελος ἅπλωσε τὸ χέρι του σὲ μένα καὶ μὲ σήκωσε. Καὶ νά, εἶμαι ὑγιής!
    Ἡ τιμωρία τοῦ Εὐαγρίου ἀπὸ τὸν Ἄγγελο συγκλόνισε τοὺς ἀδελφούς, κι ἀπὸ τότε ἔγιναν ὅλοι πιὸ σπλαχνικοί.


Ἀπό τό βιβλίο :
«Ἐμφανίσεις καὶ θαύματα τῶν Ἀγγέλων»,
Ἔκδοση 2004.
Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Τι είναι Κόλαση και τι Παράδεισος
 
Μια παλιά ιστορία λέει πως ένας άνθρωπος του Θεού αναρωτιόταν τι είναι η Κόλαση και τι ο Παράδεισος. Επειδή ο άνθρωπος αυτός ευαρεστούσε με τον τρόπο της ζωής του το Θεό, ο Θεός τού έστειλε έναν άγγελο, για να του λύσει την απορία.
Ο άγγελος τον πήρε από το χέρι και τον πήγε σε μία άγνωστη τοποθεσία. “Θα σου δείξω πρώτα την Κόλαση”, του είπε.
Είδαν εκεί ένα μεγάλο καζάνι, γεμάτο από φαγητό. Γύρω από αυτό στέκονταν άνθρωποι σκελετωμένοι από την πείνα και αγριεμένοι.
“Γιατί δεν τρώνε;”, απόρησε ο ευλαβής άνθρωπος. “Μήπως δεν τους επιτρέπεται;”
“Τους επιτρέπεται”, εξήγησε ο άγγελος. “Πρόσεξε λίγο καλύτερα τα κουτάλια τους. Είναι πολύ μακριά. Μπορούν να πάρουν φαγητό, αλλά δεν μπορούν να το βάλουν στο στόμα τους”, πρόσθεσε.
Ο άνθρωπος παρέμεινε με την απορία.
“Πάμε τώρα, να δεις και τον Παράδεισο”, συνέχισε ο άγγελος και τον πήρε από το χέρι.
Πήγαν λοιπόν σε ένα άλλο μέρος, όπου υπήρχε πάλι ένα καζάνι γεμάτο με φαγητό και γύρω του ανθρώπους. Οι άνθρωποι όμως εδώ ήταν διαφορετικοί: έδειχναν καλοζωισμένοι, γελαστοί, χορτάτοι και ευχαριστημένοι. Ο άνθρωπος πρόσεξε τα κουτάλια τους. Παρατήρησε πως ήταν εξίσου μακριά. Η απορία του μεγάλωσε.
“Περίμενε λίγο και θα δεις”, του είπε ο άγγελος, που κατάλαβε. “Σε λίγο θα αρχίσουν να τρώνε και θα καταλάβεις τι γίνεται”, τον καθησύχασε.
Πραγματικά, μετά από λίγο άρχισαν να τρώνε. Πώς όμως; Αφού ο καθένας δεν μπορούσε να φάει μόνος του, επειδή τα κουτάλια τους ήταν μακριά, άρχισε να ταζει τον άλλον. Έτσι, δεν έμενε κανένας νηστικός!
“Κατάλαβες λοιπόν;” του είπε ο άγγελος, καθώς τον έπαιρνε από το χέρι, για να τον επιστρέψει στη γη. “Κόλαση είναι, όταν ο καθένας κοιτάζει μόνο τον εαυτό του, το δικό του πρόβλημα και τη δική του ικανοποίηση. Και Παράδεισος είναι όταν ο καθένας κοιτάζει τον άλλον, πώς θα τον εξυπηρετήσει. Έτσι, με την αμοιβαία φροντίδα, όλοι μένουν ευχαριστημένοι και κανένας δεν παραπονιέται”.

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Γράφει η Μάρω Σιδέρη για τον Άγιο Πορφύριο
 
 Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου- του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη. Θεέ μου πόσο ανόητη! Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του  τρομαγμένη; Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω  συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή; Ήταν Άγιος λοιπόν! Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως  τον φοβόμουν. Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε  μια άγρια μαύρη εφηβεία. Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι’ αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί. Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι  με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά – γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω. Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος. Στην αρχή φοβόμουν γιατί  ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις  αποκάλυπτε στη μαμά μου... Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του – και γιατί να το έκανε άλλωστε; Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου. Σ’ εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν. Σε μένα δεν το έκανε... δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω... πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με  τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί. Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου , η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου. Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου,  μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή  και πάντα με  την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα – εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω. Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου. Έλα Μάρω μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα,  με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου, μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει...
 
 
Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στο μητέρα σου;
Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα! Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα  περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη.  Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω  όμως ότι όταν  βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί. Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα! Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα! Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος. Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί,  έτσι όπως ήμουν. Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου. Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε... Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή. Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει. Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία. Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία? Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του...
Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του – ως γνήσια θρασύδειλη! Πάλι Σάββατο ήταν  κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική. Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη. Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς  με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;» Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν   άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!... ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο σθεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος. Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ’ αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε  να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής... «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;»  με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει. Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας  είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν... Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10,  πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»
Από  τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! Καλό ήταν! Καλό μου έκανε!  Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5... με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί. Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου... ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα. Για μένα είναι Άγιος  μα παραμένει  ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί  την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. Είναι ο Γέροντας που  δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια. Είναι ο Γέροντας  που  δε μου απαντά  όταν απευθύνομαι σ’ αυτόν  από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει  πάντα  όταν του μιλάω  απλά  ως Μάρω...

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013






 
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς: Αντί οι γέροι να γίνουν όπως τα παιδιά, κάνουν τα παιδιὰ γέρους!


 
 
Γράφετε πόσο αγαπάτε τα παιδιὰ εξαιτίας της υπέροχης ευγνωμοσύνης τους, η οποία έχει χαθεί στους μεγάλους ή έχει περιοριστεί αρκετά. Δίνετε παραδείγματα. Θα σας δώσω και εγὼ ένα. Ο μητροπολίτης της Αγίας Πετρούπολης Ισίδωρος έλεγε συχνὰ πως όταν ήταν παιδὶ ήταν ξυπόλυτος. Κάποιος άνθρωπος ονόματι Πέτρος τον λυπήθηκε και του αγόρασε ένα ζευγάρι γαλότσες με λαστιχένιες σόλες για πέντε καπίκια. Αυτὴ η μικρὴ ευεργεσία χαράχθηκε τόσο βαθιὰ στη μνήμη του μικρού Ισίδωρου, ώστε μετὰ και κατὰ τη διάρκεια πενήντα χρόνων ως ιερέας και ως επίσκοπος συχνὰ στις Λειτουργίες μνημόνευε τον ευεργέτη του Πέτρο.
Παρακάτω γράφετε, ότι ακριβώς επειδὴ αγαπάτε τα παιδιὰ γι’ αυτὸ τα λυπάστε. Διότι ήρθαν δύσκολοι καιροὶ για την παιδικὴ ψυχή, για τον παιδικὸ χαρακτήρα. Οι αντιθέσεις σαν κρύοι άνεμοι κτυπούν τα παιδιὰ στο σπίτι, στο σχολειό και τον δρόμο. Και δεν είναι ότι απλά φέρνουν μπροστὰ στα παιδιὰ δύο ποτήρια, αλλὰ δύο αντίθετες θεωρίες για τη ζωή, την εκπαίδευση, την οικογένεια, την πατρίδα, ακόμα δε περισσότερο μπερδεύουν τα παιδιὰ με αντίθετα παραδείγματα. Θα επιθυμούσατε κάποια ιδιαίτερη εκπαίδευση για τα παιδιὰ που θα τα προστάτευε απὸ τη σύγχρονη ανευθυνότητα και σύγχυση.
Ο Χριστὸς είπε: «Αν δεν αλλάξετε κι αν δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπείτε στη βασιλεία του Θεού» (Ματθ. 18,3). Ο Χριστός, λοιπόν, βλέπει μεγαλύτερη ανάγκη στην εκπαίδευση των ενηλίκων παρὰ των παιδιών. Δείχνει τη μέθοδο, πώς πρέπει να εκπαιδευτούν οι ενήλικες. Πολὺ απλά: Κοιτάζοντας τα παιδιά. Αλλά είπε πως πρέπει να εκπαιδεύσουμε και τα παιδιά: «Αφήστε τα παιδία και μην τα εμποδίζετε να έλθουν κοντά μου» (Ματθ. 19.14). Αφήστε τα παιδιὰ να πλησιάσουν τον Χριστὸ και αφήστε τους ενήλικες να πλησιάσουν τα παιδιά. Επειδή ο Χριστὸς δεν διδάσκει μόνο, αλλὰ δίνει και ευλογημένη πνευματικὴ δύναμη ώστε τα παιδιὰ να μπορούν να φέρουν εις πέρας όλα όσα έμαθαν. Ο Χριστὸς είναι η αιώνια νεότητα. Αυτὴ η αιώνια νεότητα καλεί τα παιδιὰ για να τους δωρίσει τη δύναμη για να μην γεράσουν την ψυχή τους, αλλὰ να παραμείνουν για πάντα νέοι, αγαθοὶ και χαρούμενοι άνθρωποι.
Με μιὰ λέξη η σοφία της εκπαίδευσης των παιδιών απὸ τον Χριστὸ έγκειται στο γεγονὸς ότι τα παιδιὰ παραμένουν για πάντα παιδιὰ και δεν μεταμορφώνονται σε γέρους. Αντίθετα μ’ αυτὴ τη σοφία στέκει η σχολικὴ σχολαστικὴ εκπαίδευση που με τη δύναμή της βαραίνει έτσι τα παιδιά, που τα γερνάει όσο το δυνατὸν γρηγορότερα. Προβάλλει τους γέρους ως παράδειγμα, τα διαποτίζει με γερασμένες σήψεις, τους μαραζώνει την καρδιὰ με γεροντικὴ απαισιοδοξία. Αντὶ οι γέροι να γίνουν όπως τα παιδιά, κάνουν τα παιδιὰ γέρους. Και έτσι ούτε οι γέροι μπαίνουν στο Βασίλειο του Χριστού ούτε επιτρέπουν στα παιδιὰ να μπουν. Γι’ αυτὸ αναφέρεται παντού στην Ευρώπη ότι η νεολαία βρίσκεται σε απόγνωση. Ας ευλογήσει ο Χριστὸς να ξανανιώσει η νεολαία της Ευρώπης.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς. «Δεν φτάνει μόνο η πίστη»

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Ἡ Θεία Κοινωνία
(Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)
    Καὶ σὰν ἔρθει ἡ στιγμὴ τῆς Θείας Κοινωνίας καὶ πρόκειται νὰ πλησιάσεις τὴν Ἁγία Τράπεζα, πίστευε ἀκλόνητα πὼς ἐκεῖ εἶναι παρὼν ὁ Χριστός, ὁ Βασιλιὰς τῶν ὅλων. Ὅταν δεῖς τὸν ἱερέα νὰ σοῦ προσφέρει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, μὴ νομίσεις ὅτι ὁ ἱερέας τὸ κάνει αὐτό, ἀλλὰ πίστευε ὅτι τὸ χέρι ποὺ ἁπλώνεται εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ποὺ λάμπρυνε μὲ τὴν παρουσία Του τὴν τράπεζα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, Αὐτὸς καὶ τώρα διακοσμεῖ τὴν Τράπεζα τῆς Θείας Λειτουργίας. Παραβρίσκεται πραγματικὰ καὶ ἐξετάζει τοῦ καθενὸς τὴν προαίρεση καὶ παρατηρεῖ ποιὸς πλησιάζει μὲ εὐλάβεια ταιριαστὴ στὸ Ἅγιο Μυστήριο, ποιὸς μὲ πονηρὴ συνείδηση, μὲ σκέψεις βρωμερὲς καὶ ἀκάθαρτες, μὲ πράξεις μολυσμένες. Ἀναλογίσου λοιπὸν κι ἐσὺ ποιό ἐλάττωμά σου διόρθωσες, ποιὰν ἀρετὴ κατόρθωσες, ποιὰν ἁμαρτία ἔσβησες μὲ τὴν ἐξομολόγηση, σὲ τί ἔγινες καλύτερος. Ἂν ἡ συνείδησή σου σὲ πληροφορεῖ ὅτι φρόντισες ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἐπούλωση τῶν ψυχικῶν σου τραυμάτων, ἂν ἔκανες κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴ νηστεία, κοινώνησε μὲ φόβο Θεοῦ. Ἀλλιῶς, μεῖνε μακριὰ ἀπὸ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ὅταν καθαριστεῖς ἀπ’ ὅλες τὶς ἁμαρτίες σου, τότε νὰ πλησιάσεις.
    Νὰ προσέρχεστε λοιπὸν στὴ Θεία Κοινωνία μὲ φόβο καὶ τρόμο, μὲ συνείδηση καθαρή, μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Χωρὶς νὰ θορυβεῖτε, χωρὶς νὰ ποδοπατᾶτε καὶ νὰ σπρώχνετε τοὺς διπλανούς σας. Γιατί αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴ μεγαλύτερη τρέλα καὶ τὴ χειρότερη περιφρόνηση τῶν Θείων Μυστηρίων.
    Πές μου, ἄνθρωπε, γιατί κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σὲ πιέζει τάχα ἡ ἀνάγκη νὰ κάνεις τὶς δουλειές σου; Καί σοῦ περνάει ἄραγε, τὴν ὥρα πού πᾶς νὰ κοινωνήσεις, ἡ σκέψη ὅτι ἔχεις δουλειές; Ἔχεις μήπως τὴν αἴσθηση ὅτι εἶσαι πάνω στὴ γῆ; Νομίζεις ὅτι βρίσκεσαι μαζὶ μὲ ἀνθρώπους καὶ ὄχι μὲ τοὺς χοροὺς τῶν Ἀγγέλων; Μὰ κάτι τέτοιο εἶναι δεῖγμα πέτρινης καρδιᾶς…


Ἀπό τό βιβλίο :
«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»,
Τόμος Γ΄ (Τεύχη 21-30), A΄ Ἔκδοση 2003.
Ἐκδόσεις: Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.