Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016


Καλή Και Ευλογημένη Χρονιά!!!
Ο νεος χρόνος που σε λίγο θα ερθεί να φέρει σε όλους υγεία και χαρά!!!
Κανένας άνθρωπος να μήν υποφέρει να φέρει ειρήνη σ' όλους τους λαούς της γής!!!!
Χρόνια Πολλά,Χρόνια Καλά,Χρόνια Ευάρεστα στο Θεο μας!!!!

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016



Το μήνυμα της φάτνης
Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος

Πολλοί άνθρωποι ικανοποιούνται απλώς με τον εορταστικό διάκοσμο των ημερών αυτών και με την εγκόσμια χαρά, που τις συνδέει, χωρίς να ασχολούνται με την εμβάθυνση στις πνευματικές εμπειρίες του Μεγάλου αυτού Μυστηρίου. Αρκούνται στην υλική ευμάρεια και σε μια παθητική ενατένιση της «πρώτης» εορτής που ως σήμερα και άγονη, αποδυναμώνει τον ουσιαστικότερο προβληματισμό μας και περιορίζει την ψυχική μας χωρητικότητα.
Όταν ο Σωτήρ του κόσμου γεννιόταν ταπεινός και φτωχός στη γη μας, «ουκ ην τόπος εν τω καταλύματι». Δεν βρέθηκε μια φιλόξενη στέγη για να τον σκεπάσει. Έμεινε τότε ο κόσμος ξένος και αδιάφορος μπροστά στην κορυφαία στιγμή της ιστορίας του. Αν και ο κόσμος εδονείτο από την προσδοκία του Λυτρωτή εν τούτοις τη νύχτα των Χριστουγέννων δεν αντιλήφθηκε την έλευση του Σωτήρα. Απορροφημένη από τις παχυλές και υλιστικές της αντιλήψεις, παγιδευμένη στον ατέρμονα λαβύρινθο της αποσταστίας της, δεν κατόρθωσε να συμμετάσχει στην υποδοχή του Αναμενόμενου και έχασε την ευκαιρία να χαρεί για την λύτρωση. Μόνο οι άγγελοι και οι απλοϊκοί ποιμένες της μακρινής Βηθλεέμ έζησαν το Θαύμα. Οι πολλοί έμειναν ψυχροί, παγεροί πνιγμένοι μέσα στο θόρυβο της βιοτής τους.
Αλλά αυτό συμβαίνει λίγο ως πολύ και σήμερα. Και σήμερα μετά από την πάροδο τόσων ετών χριστιανικής ζωής, πολλοί άνθρωποι αγνοούν τον Σωτήρα Χριστό. Και μαζί Του αγνοούν και το μέγα θέμα της σωτηρίας τους. Η άγνοια ή η παραγνώριση του Λυτρωτού είναι καθαρά προσωπικό θέμα του καθενός. Διότι η οικειοποίηση της εν Χριστώ σωτηρίας και απολυτρώσεως δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά πορεία επιστροφής. Επιστροφής προς το Χριστό και αποστροφής προς την αμαρτία.
Η πορεία όμως αυτή, καίτοι σωτήριος είναι παρά ταύτα οδηνυρή και κοπιώδης. Διότι είναι πορεία αυτοθυσίας και αυταπαρνήσεως, όδος ανηφορική και αγωνιστική, όπως κάθε οδός ανηφορική και αγωνιστική, όπως κάθε οδός ανυψώσεως. Προϋποθέτει ψυχική γενναιότητα και αντοχή, αγώνα και μάχες. Διά τούτο και λίγοι την ακολουθούν. Οι περισσότεροι αρέσκονται να αρκούνται σε ένοχες συμβατικότητες και ύποπτους συμβιβασμούς, σε μία πνευματική νωθρότητα που αποτελμώνει τις ψυχικές δυνάμεις.[...]
Τα φετινά Χριστούγεννα αδελφέ μου ας σημάνουν για όλους το εγερτήριο σάλπισμα για την επιστροφή όλων στο Χριστό. Ζωή χωρίς Χριστό είναι ατέρμονη δυστυχία, έρημος ξερή και άνυδρη. Ζωή χωρίς πνευματικά ενδιαφέροντα είναι ζωή κατώτερη. Για τούτο επείγει να προσφέρουμε στο Χριστό τόπο στην καρδιά μας για να έλθει εντός μας και να αναγεννήσει τη ζωή μας. Συνάμα δε να αναμορφώσει και την ατομική, οικογενειακή και εθνική μας ύπαρξη και για να δικαιώσει τους αγίους πόθους μας. Αυτό είναι το επιτακτικό αίτημα των καιρών μας.
Από το βιβλίο:
«Ο Θεός στη γη μας»
Χριστοδούλου
Αρχιεπισκόπου Αθηνών
και πάσης Ελλάδος
Εκδόσεις Χρυσοπηγή
ntostogiefskiΈχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε. Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός, κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας τη να πετάει και να χάνεται. Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του. Πώς βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της από κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά. Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δυο μέρες πριν. Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή. Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μια ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πια να πλησιάσει προς τη γωνιά της. Κάπου σε μια πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιει, αλλά δε βρήκε ούτε μια κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του. Τελικά, μέσα στο σκοτάδι ένιωσε να φοβάται: είχε βραδιάσει εδώ και ώρα, αλλά κανείς δεν άναψε φως. Ψηλαφώντας το πρόσωπο της μαμάς του, παραξενεύτηκε που εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου και ήταν τόσο παγωμένη όσο κι ο τοίχος.«Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα», σκέφτηκε. Στάθηκε λίγο ακόμα, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του στον ώμο της μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τα δαχτυλάκια του, για να τα ζεστάνει, και ξαφνικά, ξετρυπώνοντας από το κρεβάτι το κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγήκε από το υπόγειο. Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν εκεί πάνω στη σκάλα το μεγάλο σκυλί που στεκόταν ολημερίς έξω από την πόρτα των γειτόνων. Όμως, τώρα πια το σκυλί δεν ήταν εκεί, κι αυτός βγήκε γρήγορα στο δρόμο.
Θεέ μου, τι πόλη ήταν αυτή! Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει κάτι παρόμοιο. Εκεί απ’ όπου ερχόταν, τις νύχτες πέφτει μαύρο σκοτάδι, ένας φανοστάτης φωτίζει όλο το δρόμο. Τα ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται με παντζούρια. Έξω, με το που θα πάρει να σουρουπώνει, δε θα δεις κανέναν— κλείνονται όλοι στα σπίτια τους, και το μόνο που ακούς είναι το ουρλιαχτό από ολόκληρα κοπάδια σκυλιών, εκατοντάδες και χιλιάδες από αυτά αλυκτούν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα. Ωστόσο, εκεί κάτω ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν να φάει, ενώ εδώ, ω Θεέ μου, ας έτρωγε μια στάλα! Και τι θόρυβος και φασαρία είναι αυτή, πόσο φως και πόσοι άνθρωποι, άλογα και άμαξες, και παγωνιά, παγωνιά! Παγωμένος αχνός βγαίνει από τα καταπονημένα άλογα, από τις καυτές ανάσες τους. Κάτω από το λιωμένο χιόνι βροντοκοπούν πάνω στην πέτρα τα πέταλά τους, κι όλοι σπρώχνονται τόσο και, ω Θεέ μου, πόσο θέλει να φάει, ένα κομματάκι οτιδήποτε έστω, και τα δάχτυλα άρχισαν ξαφνικά να πονάνε τόσο. Δίπλα του πέρασε το όργανο της τάξης που έστρεψε αλλού το πρόσωπό του, για να μη δει το μικρό.
Να κι άλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Εδώ σίγουρα μπορούν να σε ποδοπατήσουν. Πώς φωνάζουν όλοι, πώς τρέχουν και τι φώτα, τι φώτα! Ω, αυτό τι είναι; Α, ένα μεγάλο τζάμι, και πίσω από το τζάμι ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο ένα δέντρο ίσαμε το ταβάνι. Είναι ένα έλατο, και πάνω στο έλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια και μήλα και κουκλάκια και μικρά αλογάκια. Πέρα δώθε στο δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και κάτι τρώνε και πίνουν. Να, το κοριτσάκι εκείνο άρχισε να χορεύει με το αγοράκι, τι όμορφη κοπελίτσα! Ορίστε κι η μουσική που ακούγεται πίσω από το τζάμι. Κοιτάζει ο μικρός και θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα του πονάνε ήδη και τα δαχτυλάκια των ποδιών, ενώ των χεριών έγιναν πια κατακόκκινα, δεν κλείνουν και πονάνε όταν τα κουνάει. Ξάφνου το αγόρι θυμήθηκε ότι του πονάνε τόσο πολύ τα δάχτυλα, έβαλε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο του, αλλά να που πάλι βλέπει, μέσα από ένα άλλο τζάμι, ένα άλλο δωμάτιο κι ένα δέντρο, και στα τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε είδους— αμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, και κάθονται εκεί τέσσερις πλούσιες κυρίες, που δίνουν σε όσους μπαίνουν γλυκά, κι ανοίγει για μια στιγμή η πόρτα και μπαίνουν απ’ έξω κάμποσοι κύριοι. Πλησίασε στα κλεφτά ο μικρός, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Οχ, τι φωνές ήταν αυτές και τι χειρονομίες! Μια κυρία έτρεξε γρήγορα, του έβαλε στο χέρι ένα καπίκι και του άνοιξε την πόρτα για να βγει. Πόσο φοβήθηκε ο μικρός! Το καπίκι τού έπεσε την ίδια στιγμή και κύλησε πάνω στα σκαλοπάτια, γιατί δεν μπορούσε, βλέπετε, να κλείσει τα κόκκινα δάχτυλά του και να το σφίξει. Το έβαλε στα πόδια ο μικρός κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να ξέρει προς τα πού. Πάλι θέλει να κλάψει, αλλά φοβάται, και τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τα χεράκια του. Τότε τον πιάνει μια θλίψη, γιατί ξαφνικά ένιωσε τόσο μόνος και τόσο απαίσια. Όμως, ξάφνου, Θεέ και κύριε! Τι είναι αυτό πάλι; Ένα πλήθος ανθρώπων στέκεται και κάτι κοιτάζει: σε ένα παράθυρο, πίσω από το τζάμι, τρεις κούκλες, μικρές, με κόκκινα και πράσινα ρουχαλάκια, και εντελώς σαν ζωντανές! Ένα γεροντάκι κάθεται και σαν να παίζει ένα μεγάλο βιολί, δυο άλλοι στέκονται όρθιοι και παίζουν μικρότερα βιολιά, και κουνάνε τα κεφάλια τους με ρυθμό, κι έπειτα κοιτάνε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιούνται, μιλάνε, πραγματικά μιλάνε, μόνο που λόγω του τζαμιού δεν ακούγονται. Στην αρχή ο μικρός σκέφτηκε ότι είναι ζωντανοί, αλλά, μόλις κατάλαβε ότι είναι κούκλες, έβαλε τα γέλια. Δεν είχε δει ποτέ τέτοιες κούκλες και δεν ήξερε καν ότι υπάρχουν τέτοιες! Του έρχεται να κλάψει, αλλά είναι τόσο αστείες αυτές οι κούκλες. Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από το ρομπάκι του: ένα ψηλό κακιωμένο αγόρι στάθηκε δίπλα του, του έδωσε μια καρπαζιά, του πέταξε το κασκέτο και του έχωσε μια κλοτσιά. Κυλίστηκε ο μικρός στο έδαφος, κάποιοι έβαλαν τις φωνές, τα έχασε τότε, πετάχτηκε πάνω και όπου φύγει φύγει, μέχρι που έφτασε κάπου, άγνωστο πού, σε μια αυλή, μια άγνωστη αυλή. Στάθηκε να πάρει ανάσα πίσω από ένα σωρό ξύλων.«Εδώ δε θα με βρουν, είναι κατασκότεινα».
Κάθισε μαζεμένος, χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το φόβο, και τότε απρόσμενα, εντελώς απρόσμενα, ένιωσε τόσο ευχάριστα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του σταμάτησαν να πονάνε κι αισθάνθηκε μια τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν δίπλα στη σόμπα. Νάτος, τρεμουλιάζει ολόκληρος! Αχ, μα ναι, μοιάζει να αποκοιμιέται! Τι ωραία να κοιμόταν εδώ. Θα κάτσω λίγο και θα πάω να δω πάλι τις κούκλες», σκέφτηκε ο μικρός και χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στο μυαλό του, εντελώς σαν αληθινές!… Αλλά τότε άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει ένα νανούρισμα.«Μαμάκα, κοιμάμαι, αχ, τι ωραία κοιμάμαι εδώ πέρα!»
«Πάμε σπίτι μου, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγοράκι», ψιθύρισε από πάνω του μια σιγανή φωνή.
Σκέφτηκε ότι θα ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος είναι αυτός που τον καλεί, δεν τον βλέπει, όμως ναι, κάποιος έσκυψε πάνω του και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι, και ο μικρός του έτεινε το χέρι και… και τότε, ω, τι φως! Ω, τι έλατο είναι αυτό! Μα δεν είναι καν έλατο, τέτοια δέντρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Πού βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα ακτινοβολούν και γύρω τόσες κούκλες, αγοράκια και κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, όλο στριφογυρνάνε γύρω του, πετάνε, τον φιλάνε, τον πιάνουν από το χέρι, τον παίρνουν μαζί τους, ναι, τώρα πετάει κι ο ίδιος, και βλέπει τη μητέρα του να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει τόσο χαρούμενη.
«Μαμά! Μαμά! Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, μαμά!» της φωνάζει ο μικρός και ξαναφιλιέται με τα παιδάκια και θέλει να τους μιλήσει αμέσως για τις κούκλες εκείνες πίσω από το τζάμι.«Ποια είστε εσείς, αγοράκια; Ποιες είστε εσείς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας και αγκαλιάζοντάς τα.
«Αυτό είναι το Δέντρο του Χριστού», του απαντάνε. «Στο σπίτι του Χριστού πάντα τη μέρα αυτή υπάρχει ένα δέντρο για τα μικρά παιδάκια που δεν έχουν δικά τους δέντρα…»
Έμαθε τότε ότι τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδάκια σαν κι αυτόν, που κάποια ξεπάγιασαν μέσα στα καλαθάκια τους, όταν τα εγκατέλειψαν στα σκαλιά των σπιτιών των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στο βρεφοκομείο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στο στεγνό στήθος της μητέρας τους (την εποχή του λοιμού της Σαμάρας), και κάποια άλλα έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, κι όλα είναι τώρα εδώ, όλα είναι τώρα άγγελοι, κοντά στον Χριστό, κι Εκείνος, ανάμεσά τους, τους απλώνει το χέρι και τα ευλογεί, όπως και τις αμαρτωλές μητέρες τους… Ναι, οι μητέρες των παιδιών στέκονται εδώ δίπλα στην ακρούλα και κλαίνε. Όλες αναγνωρίζουν το αγοράκι τους ή το κοριτσάκι τους, το πλησιάζουν και το φιλάνε, του σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χέρια τους και του ζητάνε να μην κλαίει, γιατί εδώ είναι καλά τώρα…
Κάτω, το πρωί, οι οδοκαθαριστές βρήκαν το μικρό πτωματάκι του ξεπαγιασμένου αγοριού πίσω από τα ξύλα. Αναζήτησαν και τη μητέρα του… Εκείνη είχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στον Κύριο και Θεό, στους ουρανούς.

Γιατί έγραψα μια τέτοια ιστορία, που δεν ταιριάζει καθόλου σε ένα συνηθισμένο ημερολόγιο, και μάλιστα ημερολόγιο συγγραφέα; Είχα υποσχεθεί στους εκδότες μερικά διηγήματα, για αληθινά γεγονότα κατά προτίμηση! Όμως, ακριβώς αυτό είναι το ζήτημα: μου φαίνεται πως όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στ’ αλήθεια— δηλαδή αυτό που έγινε στο υπόγειο και πίσω από τα ξύλα και εκεί, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν ξέρω πια πώς να το πω, μπορεί να έχουν συμβεί μπορεί και όχι… Αλλά γι’ αυτό είμαι μυθιστοριογράφος:για να επινοώ πράγματα…


Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Η Ποιμαντική Σκέψη της Εβδομάδος
Αυτοί που μεταφέρουν
 
«ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε [...] ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου». (Λκιδ΄ 21,23)
 

 
Αυτοί που μεταφέρουν μεγάλα πιάνα
στον δέκατο όροφο ντουλάπες και φέρετρα
ο γέρος μ’ ένα δεμάτι καυσόξυλα κουτσαίνοντας
η γυναίκα μ’ ένα φόρτωμα τσουκνίδες στην καμπούρα της
η τρελή που σπρώχνει το μωρουδιακό της καρότσι
γεμάτο από άδειες μπουκάλες βότκας
όλοι αυτοί θ’ αναστηθούν
σαν ένα φτερό γλάρου σαν ένα ξερό φύλλο
σαν τσόφλι αβγού σαν σκουπίδια από εφημερίδες
στο δρόμο
 
Ευλογημένοι είναι αυτοί που μεταφέρουν
γιατί αυτοί θ’ αναστηθούν


Άννα Καμιένσκα

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Περί θείου έρωτος 


Ν’ αγαπάμε τον Χριστό και μόνη ελπίδα και φροντίδα μας να είναι 
Αυτός. Ν’ αγαπάμε τον Χριστό μόνο γι’ αυτόν ποτέ για μας. Ας μας βάλει 
όπου θέλει. Ας μας δώσει ό,τι θέλει. Να μην Τον αγαπάμε για τα δώρα 
Του. Είναι εγωισμός να λέμε: «Θα με βάλει ο Χριστός σε μία ωραία μονή, 
που έχει φτιάξει. Την έχει ετοιμάσει ο Χριστός, το λέει το Ευαγγέλιο: «ἐν 
τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· … ἵνα 
ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε». Τό σωστό είναι νά 
λέμε: «Χριστέ μου, ό,τι θέλει η αγάπη Σου· αρκεί
να ζω στην αγάπη Σου» 
Εγώ ο καημένος, τί να σας πω … είμαι 
πολύ αδύνατος. Δεν έχω κατορθώσει ν’ αγαπήσω 
τόσο πολύ τον Χριστό, να Τον λαχταρήσει η ψυχή 
μου. Αισθάνομαι ότι είμαι πολύ πίσω. Έτσι το 
αισθάνομαι. Δεν έχω φθάσει εκεί πού θέλω, δεν 
ζω αυτή την αγάπη. Αλλά δεν αποθαρρύνομαι. 
Εμπιστεύομαι την αγάπη του Θεού. Λέω στον 
Χριστό: «Το ξέρω, δεν είμαι άξιος. Στείλε με 
όπου θέλει η αγάπη Σου. Αυτό επιθυμώ, αυτό 
θέλω. Στη ζωή μου πάντα Σε λάτρευα».
Όταν ήμουν άρρωστος βαριά και θα 
έφευγα για τους ουρανούς, δεν ήθελα να σκέπτομαι 
τις αμαρτίες μου. Ήθελα να σκέπτομαι την αγάπη 
του Κυρίου μου, του Χριστού μου, και την αιώνια 
ζωή. Δεν ήθελα να έχω φόβο. Ήθελα να πάω 
στον Κύριο και να σκέπτομαι την αγαθότητά Του, 
την αγάπη Του. Και τώρα, πού πλησιάζει το τέλος 
της ζωής μου, δεν έχω άγχος, αγωνία, αλλά σκέπτομαι ότι, όταν 
παρουσιασθώ στη Δευτέρα Παρουσία και μου πει ο Χριστός: «Εταίρε, πώς 
εισήλθες ώδε, μη έχων ένδυμα γάμου;», θα σκύψω το κεφάλι και θα πω: 
«Ό,τι θέλεις, Κύριέ μου, ό,τι θέλει η αγάπη Σου». Το ξέρω, δεν είμαι 
άξιος. Στείλε με όπου θέλει η αγάπη Σου. Για την κόλαση είμαι άξιος. Και 
στην κόλαση να με βάλεις, αρκεί να είμαι μαζί Σου. Ένα θέλω, ένα 
επιθυμώ, ένα ζητώ· να είμαι μαζί Σου, όπου και όπως θέλεις Εσύ».
Προσπαθώ να δοθώ στην αγάπη και στη λατρεία του Θεού. Έχω τη 
συναίσθηση της αμαρτωλότητας, αλλά ζω με την ελπίδα. Είναι κακό ν’ 
απελπίζεσαι, διότι ο απελπισμένος πικραίνεται και χάνει την προθυμία και 
τη δύναμή σου. Ενώ αυτός πού ελπίζει, προχωρεί προς τα εμπρός. Επειδή 
αισθάνεται ότι είναι φτωχός, προσπαθεί να πλουτίσει. Τί κάνει ο φτωχός; 
Όταν είναι έξυπνος, προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να πλουτίσει. 
Παρόλο πού νιώθω έτσι αδύναμος και 
δεν έχω κατορθώσει αυτό πού ποθώ, εν τούτοις 
δεν απελπίζομαι. Με παρηγορεί, όπως σας 
είπα, ότι δεν παύω από του να προσπαθώ 
διαρκώς. Όμως δεν κάνω αυτό πού θέλω. 
Κάνετε προσευχή και για μένα. Το θέμα είναι 
ότι δεν μπορώ ν’ αγαπήσω απόλυτα τον 
Χριστό χωρίς την χάρι Του. Ο Χριστός δεν 
αφήνει να εκδηλωθεί η αγάπη Του, αν η ψυχή 
μου δεν έχει κάτι που να Τον τραβήξει. 
Κι ίσως αυτό το κάτι μου λείπει, γι’ 
αυτό παρακαλώ τον Θεό και λέω: «Πολύ 
αδύνατος είμαι, Χριστέ μου. Μόνον Εσύ θα 
κατορθώσεις με την χάρι Σου να μ’ αξιώσεις 
έτσι, σαν τον Απόστολο Παύλο πού χαιρόταν 
και καυχιόταν, να λέγω κι εγώ μαζί του: «ζῶ
δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». 
Μ’ αυτά ασχολούμαι. Προσπαθώ να 
βρίσκω τρόπους ν’ αγαπήσω τον Χριστό. Δεν 
χορταίνεται αυτή η αγάπη, Όσο αγαπάεις τον 
Χριστό, τόσο νομίζεις ότι δεν Τον αγαπάεις κι 
όλο λαχταράεις περισσότερο να Τον αγαπήσεις. 
Χωρίς, όμως, να το καταλαβαίνεις, πηγαίνεις πιο ψηλά, πιο ψηλά...
Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ιερά Αγρυπνία ΑΠΟΨΕ
Κυριακή 20 Νοεμβρίου
 (ώρα 9:00 μ.μ) 
Τα Εισόδια της Θεοτόκου





«Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον, και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις. Εν ναώ του Θεού τρανώς η Παρθένος δείκνυται, και τον Χριστόν τοις πάσι προκαταγγέλλεται. Αυτή και ημείς μεγαλοφώνως βοήσωμεν˙ Χαίρε της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις». 

Μία από τις κυριότερες και μεγαλύτερες Θεομητορικές εορτές του έτους είναι τα «Εισόδια» της Θεοτόκου. Η Εκκλησία μας την τιμά στις 21 Νοεμβρίου, με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Η σημασία της εορτής αυτής είναι μεγάλη και ιερή. Αποτελεί τήν βάση και την αρχή για όλη την μετέπειτα ζωή της Θεοτόκου.

  • Όπως γνωρίζουμε, η Παναγία Θεοτόκος, γεννήθηκε από γονείς γηραιούς, τον Ιωακείμ και την Άννα, που είχαν παρακαλέσει με πολύ πόνο τον Θεό να τους δώση ένα τέκνο και να το αφιερώσουν στο Ναό Του. Πραγματικά, αυτό και έκαναν. Οταν δηλαδή η Μαρία έγινε τριών ετών την έφεραν οι ίδιοι οι γονείς της στο Ναό και την παρέδωσαν στα χέρια του Ζαχαρία του ιερέα. Αυτός την αγκάλιασε, την ευλόγησε και είπε: «Εμεγάλυνε ο Κύριος το ονομά σου σε όλες τις γενεές. Με σένα θα ευλογηθούν τα έθνη και ο Κύριος θα λυτρώση τους υιούς του Ισραήλ». Και ανέβασε την τριετή Μαρία στο εσωτερικό του θυσιαστηρίου, όπου ο Θεός την χαρίτωσε. Και ευφράνθηκε η Παναγία και με αγαλλίαση ψυχής εσκίρτησε και όλοι πνευματικά πανηγύρισαν που έμεινε στο Ναό τον Άγιο, για να αγιασθεί και να γίνει αργότερα η Μητέρα του ίδιου του Θεού. 

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2016
Θ΄ Λουκᾶ: Τῆς Κυριακῆς: Λουκ. ιβ΄ 16-21
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφό­ρησεν ἡ χώρα· καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄ­­φρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμα­σας τίνι ἔσται; οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν. ταῦτα λέ­­γων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΦΡΟΣΥΝΗ
«Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου»
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ μιὰ σύν­τομη δραματικὴ Παραβολὴ μᾶς παρουσίασε τὴ ζωὴ ἑνὸς πλουσίου, τὸν ὁ­­­­ποῖο ὁ Ἴδιος χαρακτήρισε «ἄφρονα». Καὶ ἦ­­­­ταν πράγματι «ἄφρων» ὁ ἄν­θρωπος αὐ­­­τός, ποὺ ἔζησε ὅλη του τὴ ζωὴ προσ­κολλημένος στὰ πλούτη του καὶ τελικὰ πέθανε πρὶν προλάβει νὰ τὰ ἀπολαύσει.
Ἀξίζει λοιπὸν νὰ δοῦμε σήμερα γιατί ἡ ἐπιδίωξη ἀποκτήσεως πολλῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν εἶναι ἀφροσύνη.
1. Διότι γεμίζει μὲ ἄγχος καὶ ἀγωνία τὸν ἄνθρωπο
Αὐτοὶ ποὺ ἐνδιαφέρονται μόνο γιὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις, νομίζουν ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ χαίρονται τὴ ζωή τους. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ἐντελῶς διαφορετική. Ἂς δοῦμε τὸν πλούσιο τῆς Παραβολῆς: τὴν ἐξαιρετικὴ εὐφορία καὶ τὴν πλούσια σοδειά του ἀκολούθησαν βασανιστικὲς σκέψεις καὶ ἀγωνιώδεις μέριμνες: «Τί ποιήσω;» ἔλεγε... Καὶ στὴ συνέχεια ἡ πλεονεξία του τὸν ὁδήγησε σὲ μιὰ ἀπόφαση ποὺ τὸν περιέπλεξε σὲ ­μεγαλύτε­ρες περιπέτειες: «Καθελῶ μου τὰς ἀ­ποθή-κας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω», εἶπε. Ἀποφάσισε δηλαδὴ νὰ ­γκρεμίσει τὶς ἀποθῆκες του καὶ νὰ κτίσει καινούργιες, ἐνῶ στὸ μεταξὺ ἔπρεπε νὰ ἀσφαλίσει καὶ τὰ ἤδη ὑπάρχοντα. Στ’ ἀλήθεια, πό­σες φασαρίες, ἔξοδα, πονοκεφάλους, προβλήματα καὶ ἐντάσεις προκάλεσε αὐ­τὴ ἡ ἀπόφασή του!
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει μὲ κάθε ἄν­θρωπο ποὺ μπαίνει στὴ λογικὴ τῆς ὑλιστικῆς καὶ καταναλωτικῆς ζωῆς. ­Ἀρχίζει ἕνα ἀσταμάτητο κυνήγι χρημάτων μὲ ὅλα τὰ ἔννομα καὶ ἄνομα μέσα, καὶ πο­­­τὲ δὲν ἡσυχάζει! Ἂν μάλιστα σὲ αὐτὰ προσ­θέσουμε τὸ ἐνδεχόμενο κλοπῆς ἢ ἀ­­­κόμη τὴν ἀπειλὴ μιᾶς οἰκονομικῆς κρίσεως, τότε εὔκολα ­καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ζεῖ μονίμως στὴν ἀβεβαιότητα, στὸν φόβο καὶ τὴν ­ἀ­­­­γω­νία. Κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες εἶ­­­ναι ­δυ­νατὸν κανεὶς νὰ ἀπολαύσει τὰ ἀγα­θά του;
2. Διότι ἠ ψυχὴ δὲν χορταίνει μὲ ὑλικὰ ἀγαθὰ
Ἐπιπλέον δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ἡ ψυχή, τὴν ὁποία μόνο στὸν ἄνθρωπο ἔχει χαρίσει ὁ Θεός, εἶναι πνεῦμα καὶ δὲν χορταίνει μὲ ὑλικὰ ἀγαθά. Οἱ πόθοι της εἶναι ἄπειροι καὶ μόνο ὁ ἄπειρος καὶ τέλειος Θεὸς μπορεῖ νὰ τοὺς ἱκανοποιήσει. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς λέει: «Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα» (Ψαλμ. μα΄ [41] 3) Δηλαδή, ἡ ψυχή μου διψάει τὴν ἕνωσή της μὲ τὸν Θεό. Τίποτα ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἱκανοποιήσει πραγματι­κὰ παρὰ μόνο τὸ «ὄντως ἐφετόν», τὸ ἀ­­­ληθινὰ ἐπιθυμητὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου.
3. Διότι ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὸν θάνατο
Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ φανερώνει κατεξο­χὴν τὴν ἀφροσύνη τῶν ὑλιστῶν εἶναι ἡ πεποίθηση ὅτι τὰ πλούτη τους θὰ τὰ ἔ­­­χουν διαρκῶς μαζί τους. Τὸν θάνατο οὔτε κὰν τὸν σκέπτονται. Αὐτὸ ἔπαθε κι ὁ δυστυχὴς πλούσιος τῆς Παραβολῆς, ὁ ὁποῖος ὀνειρευόταν φαγοπότια, ἀνέσεις καὶ ἀπολαύσεις, ὅταν ἐντελῶς ξαφνικὰ κι ἀπρόσμενα τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ θάνατος. Τότε ἄκουσε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Δικαιοκρίτου Κυρίου τὸ ἀδυ­σώ­πητο ἐρώτημα: «Ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» Ἀνόητε ἄνθρωπε, ὅλα αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασες, τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀσφάλισες στὶς νέες ἀποθῆκες σου, σὲ ποιὸν θὰ περιέλθουν; Αὐτὸς ἦταν ὁ θησαυρός σου· τώρα τί θὰ σοῦ μείνει;...
Δυστυχῶς πολλοὶ ἄνθρωποι πέφτουν στὴν ἴδια παγίδα. Καὶ προσκολ­λῶνται σὲ χρήματα, κτήματα καὶ πρά­γματα, χωρὶς νὰ ἐννοοῦν ὅτι κάποτε θὰ τὰ ἀποχωριστοῦν. Διότι, ὅπως τίποτε δὲν φέραμε μαζί μας ὅταν γεννηθήκαμε, ἔτσι «οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάμεθα» (Α΄ Τιμ. ς΄ 7). Ὅταν θὰ ­πεθάνουμε, τίποτα δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε μαζί μας. Δὲν εἶναι ἀφροσύνη λοιπὸν νὰ ἀγωνιοῦμε καὶ νὰ κοπιάζουμε γιὰ πράγματα ποὺ εἶναι ἐπίγεια καὶ φθαρτά;
Ζοῦμε σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ προβάλ­λει τὸ χρῆμα καὶ τὴν ὕλη ὡς ἀπαραίτητα γιὰ τὴν εὐτυχία τοῦ ­ἀνθρώπου. Κι ὅμως ὅλα αὐτὰ εἶναι μιὰ ἀπάτη! Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ­ἀφροσύνη ἀ­­­­πὸ τὸ νὰ στηρίζεται κανεὶς στὸν πλοῦτο καὶ τὴν ὕλη. Ἂς μὴ μᾶς ­ἐντυπωσιάζουν λοιπὸν τὰ ­ἐφήμερα πλούτη, οἱ γήινες ἀ­­πολαύσεις καὶ τὰ πρόσ­καιρα ἀγαθά. Ἂς ποθήσουμε τὰ ὑ­­ψηλά, τὰ ἅγια, τὰ αἰώνια. Αὐτὰ ποὺ ἱκανοποιοῦν πρα­γματικὰ τὴν ψυχή μας καὶ ἀποτελοῦν τὴν καλύτερη ἐπένδυση γιὰ τὸ αἰώνιο μέλλον μας!

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

ΠΩΣ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου
Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.) ζούσε στην Κων/πολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός. Σαλός είναι ο τρελλός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε κάποια περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι· και έτσι αυτοί να ζουν με ταπείνωση και στην αφάνεια. Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό τηςΠαναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κων/πόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφθαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν οιΙωάννης ο Πρόδρομος και Ιωάννης ο Θεολόγος και πλήθος αγγέλων. Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει. 

Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει την γιορτή της αγίας Σκέπης δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σκεπάζει (σκέπει) και προστατεύει το λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στο δρόμο για την τελείωση. Μας σκεπάζει με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της. 
Η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσευχόταν. Με την ενέργεια αυτή θέλει να πει ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάσει με τις πρεσβείες της. Την εορτή της αγίας Σκέπης τη γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου. 

  

Ούτε μία μέρα χωρίς επίκληση της Παναγίας μας.

Ούτε μία μέρα χωρίς επίκληση της Παναγίας μας



Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Αγαθόνικος.
Αυτός είχε διδαχθεί, ακόμη από την παιδική του ηλικία, να λέγει μπροστά στην εικόνα της , τον ύμνο αυτό: «Θεοτόκε, Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά σού. Ευλογημένη, συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, ότι Σωτήρα έτεκες, των ψυχών ημών».
Αργότερα έκανε μία ζωή με πολλές φροντίδες και έλεγε σπανιότερα αυτόν τον ύμνο της Κυρίας Θεοτόκου. Κατόπιν σιγά σιγά έπαυσε να τον λέγει.
Ο Θεός όμως, ο Οποίος δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, έστειλε στο σπίτι του έναν ερημίτη από την Θηβαΐδα, για να τον ελέγξει, διότι ξέχασε αυτόν τον ύμνο της Κυρίας Θεοτόκου. Ο Αγαθόνικος απήντησε στον ερημίτη μοναχό ότι έπαυσε να τον λέγει, διότι, παρότι τον έλεγε για πολλά χρόνια, όμως δεν ευρήκε καμιά ωφελεια.
Τότε ο ερημίτης του είπε: «Φέρε στον νού σου, τυφλέ και αχάριστε, πόσες φορές σε βοήθησε αυτή η δοξολογική προσευχή και σε έσωσε από διαφόρους πειρασμούς!
Θυμήσου, όταν ήσουν ακόμη παιδί, πως λυτρώθηκες από πνιγμό κατά ένα θαυμαστό τρόπο! Ενθυμήσου, όταν σε εκτύπησαν πολλοί γείτονες σε μία λακκούβα που είχες πέσει κι όμως έμεινες ατραυμάτιστος! Θυμήσου ακόμη, όταν ταξίδευες κάποτε με κάποιον φίλον σου, επέσατε και οι δυό σας από την καρότσα!

Αυτός έσπασε το πόδι του και συ δεν έπαθες τίποτε. Δεν γνωρίζεις ότι ο φίλος σου είναι κάτω αδύνατος από μία ασθένεια, ενώ εσύ είσαι υγιής και δεν αισθάνεσαι κανένα πόνο;
Καί, όταν του έφερε στην μνήμη όλα αυτά τα θαυμαστά έργα, στο τέλος του είπε: «Να ξέρεις ότι όλες αυτές οι δυστυχίες και ατυχίες που ήλθαν στην ζωήν σου, απομακρύνθηκαν από την θεία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου, χάρις στην μικρή σου αυτή δοξολογική προσευχή, την οποίαν έλεγες κάθε ημέρα ενώπιόν της.
Δώσε λοιπόν προσοχή και συνέχιζε να προσεύχεσαι και στο μέλλον με την προσευχή αυτή και η Μητέρα του Κυρίου μας δεν θα σε εγκαταλείψει ποτέ». Έτσι κατάλαβε ο Αγαθόνικος και δεν άφησε πάλι αυτή την προσευχή.
Ούτε εμείς να μην αφήνουμε να περνά μία ημέρα χωρίς να προσευχηθούμε μ᾽ αυτή την προσευχή μπροστά στην Κυρία Θεοτόκο κι έτσι θα φυλαγώμεθα από πολλές δοκιμασίες και πειρασμούς στην ζωή μας.

Πηγή:  christianvivliografia.wordpress.com

Μην την καλοπιάνεις.



20161014-3

Μην μεριμνάς υπερβολικά για τη σάρκα σου. 
Μην την καλοπιάνεις και την ενισχύεις ενάντια στο πνεύμα. 
Διαφορετικά όταν θελήσεις να εργαστείς πνευματικά, 
όπως για παράδειγμα να προσευχηθείς, θα διαπιστώσεις πως η σάρκα

έχει κατακυριεύσει το πνεύμα και το έχει δέσει χειροπόδαρα. 
Δεν το αφήνει να κινηθεί ελεύθερα, να ανακτήσει τις δυνάμεις του.

Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Είναι δωρεά του Θεού.

20161010-1

Κάθε αγαθό προέρχεται από τον Θεό.
 Δεν υπάρχει αγαθός λογισμός που δεν είναι από τον Θεό, 
ούτε πονηρός που δεν είναι από τον διάβολο. 

Ό,τι καλό λοιπόν διανοηθείς, πεις ή κάνεις, όλα είναι δωρεά του Θεού.
 «Παν δώρημα τέλειον άνωθέν εστι καταβαίνον». 
Όλα είναι δωρεά του Θεού· δικό μας δεν έχουμε τίποτε.

Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Πώς να βαδίζεις...

Πώς να βαδίζεις...
του Αγίου Παϊσίου

Όταν πάει κανείς με τον, με πονηριές, δεν ευλογεί ο τα έργα του. Ό,τι κάνουν οι άνθρωποι με πονηριά, δεν ευδοκιμεί.
Μπορεί να φαίνεται ότι προχωράει, αλλά τελικά θα σωριάσει. Το κυριότερο είναι να ξεκινά κανείς από την  του Θεού για ότι κάνει! 
Ο άνθρωπος, όταν είναι δίκαιος, έχει τον Θεό με το μέρος του. Και όταν έχει και λίγη παρρησία στον Θεό, τότε θαύματα γίνονται. 
Όταν κανείς βαδίζει με το Ευαγγέλιο, δικαιούται την θεία βοήθεια. Βαδίζει με τον Χριστό. Πώς να το κάνουμε; Την δικαιούται. Όλη η βάση εκεί είναι. Από ’κει και πέρα να μη φοβάται τίποτε.
Αυτό που έχει σημασία είναι να αναπαύεται ο Χριστός, η Παναγία και οι Άγιοι στην κάθε ενέργειά μας, και τότε θα έχουμε την ευλογία του Χριστού, της Παναγίας και των Άγιων μας, και το Άγιο Πνεύμα θα επαναπαύεται σ’ εμάς.
Η τιμιότης του ανθρώπου είναι το ανώτερο Τιμιόξυλο. Αν ένας δεν είναι τίμιος και έχει Τιμιόξυλο, είναι σαν να μην έχει τίποτε. Ένας και Τιμιόξυλο να μην έχει, αν είναι τίμιος, δέχεται την θεία βοήθεια. Και αν έχει και Τιμιόξυλο, τότε!…

«Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο» Λόγοι Α΄