Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον με

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016


Καλή Και Ευλογημένη Χρονιά!!!
Ο νεος χρόνος που σε λίγο θα ερθεί να φέρει σε όλους υγεία και χαρά!!!
Κανένας άνθρωπος να μήν υποφέρει να φέρει ειρήνη σ' όλους τους λαούς της γής!!!!
Χρόνια Πολλά,Χρόνια Καλά,Χρόνια Ευάρεστα στο Θεο μας!!!!

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016



Το μήνυμα της φάτνης
Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος

Πολλοί άνθρωποι ικανοποιούνται απλώς με τον εορταστικό διάκοσμο των ημερών αυτών και με την εγκόσμια χαρά, που τις συνδέει, χωρίς να ασχολούνται με την εμβάθυνση στις πνευματικές εμπειρίες του Μεγάλου αυτού Μυστηρίου. Αρκούνται στην υλική ευμάρεια και σε μια παθητική ενατένιση της «πρώτης» εορτής που ως σήμερα και άγονη, αποδυναμώνει τον ουσιαστικότερο προβληματισμό μας και περιορίζει την ψυχική μας χωρητικότητα.
Όταν ο Σωτήρ του κόσμου γεννιόταν ταπεινός και φτωχός στη γη μας, «ουκ ην τόπος εν τω καταλύματι». Δεν βρέθηκε μια φιλόξενη στέγη για να τον σκεπάσει. Έμεινε τότε ο κόσμος ξένος και αδιάφορος μπροστά στην κορυφαία στιγμή της ιστορίας του. Αν και ο κόσμος εδονείτο από την προσδοκία του Λυτρωτή εν τούτοις τη νύχτα των Χριστουγέννων δεν αντιλήφθηκε την έλευση του Σωτήρα. Απορροφημένη από τις παχυλές και υλιστικές της αντιλήψεις, παγιδευμένη στον ατέρμονα λαβύρινθο της αποσταστίας της, δεν κατόρθωσε να συμμετάσχει στην υποδοχή του Αναμενόμενου και έχασε την ευκαιρία να χαρεί για την λύτρωση. Μόνο οι άγγελοι και οι απλοϊκοί ποιμένες της μακρινής Βηθλεέμ έζησαν το Θαύμα. Οι πολλοί έμειναν ψυχροί, παγεροί πνιγμένοι μέσα στο θόρυβο της βιοτής τους.
Αλλά αυτό συμβαίνει λίγο ως πολύ και σήμερα. Και σήμερα μετά από την πάροδο τόσων ετών χριστιανικής ζωής, πολλοί άνθρωποι αγνοούν τον Σωτήρα Χριστό. Και μαζί Του αγνοούν και το μέγα θέμα της σωτηρίας τους. Η άγνοια ή η παραγνώριση του Λυτρωτού είναι καθαρά προσωπικό θέμα του καθενός. Διότι η οικειοποίηση της εν Χριστώ σωτηρίας και απολυτρώσεως δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά πορεία επιστροφής. Επιστροφής προς το Χριστό και αποστροφής προς την αμαρτία.
Η πορεία όμως αυτή, καίτοι σωτήριος είναι παρά ταύτα οδηνυρή και κοπιώδης. Διότι είναι πορεία αυτοθυσίας και αυταπαρνήσεως, όδος ανηφορική και αγωνιστική, όπως κάθε οδός ανηφορική και αγωνιστική, όπως κάθε οδός ανυψώσεως. Προϋποθέτει ψυχική γενναιότητα και αντοχή, αγώνα και μάχες. Διά τούτο και λίγοι την ακολουθούν. Οι περισσότεροι αρέσκονται να αρκούνται σε ένοχες συμβατικότητες και ύποπτους συμβιβασμούς, σε μία πνευματική νωθρότητα που αποτελμώνει τις ψυχικές δυνάμεις.[...]
Τα φετινά Χριστούγεννα αδελφέ μου ας σημάνουν για όλους το εγερτήριο σάλπισμα για την επιστροφή όλων στο Χριστό. Ζωή χωρίς Χριστό είναι ατέρμονη δυστυχία, έρημος ξερή και άνυδρη. Ζωή χωρίς πνευματικά ενδιαφέροντα είναι ζωή κατώτερη. Για τούτο επείγει να προσφέρουμε στο Χριστό τόπο στην καρδιά μας για να έλθει εντός μας και να αναγεννήσει τη ζωή μας. Συνάμα δε να αναμορφώσει και την ατομική, οικογενειακή και εθνική μας ύπαρξη και για να δικαιώσει τους αγίους πόθους μας. Αυτό είναι το επιτακτικό αίτημα των καιρών μας.
Από το βιβλίο:
«Ο Θεός στη γη μας»
Χριστοδούλου
Αρχιεπισκόπου Αθηνών
και πάσης Ελλάδος
Εκδόσεις Χρυσοπηγή
ntostogiefskiΈχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε. Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός, κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας τη να πετάει και να χάνεται. Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του. Πώς βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της από κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά. Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δυο μέρες πριν. Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή. Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μια ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πια να πλησιάσει προς τη γωνιά της. Κάπου σε μια πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιει, αλλά δε βρήκε ούτε μια κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του. Τελικά, μέσα στο σκοτάδι ένιωσε να φοβάται: είχε βραδιάσει εδώ και ώρα, αλλά κανείς δεν άναψε φως. Ψηλαφώντας το πρόσωπο της μαμάς του, παραξενεύτηκε που εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου και ήταν τόσο παγωμένη όσο κι ο τοίχος.«Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα», σκέφτηκε. Στάθηκε λίγο ακόμα, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του στον ώμο της μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τα δαχτυλάκια του, για να τα ζεστάνει, και ξαφνικά, ξετρυπώνοντας από το κρεβάτι το κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγήκε από το υπόγειο. Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν εκεί πάνω στη σκάλα το μεγάλο σκυλί που στεκόταν ολημερίς έξω από την πόρτα των γειτόνων. Όμως, τώρα πια το σκυλί δεν ήταν εκεί, κι αυτός βγήκε γρήγορα στο δρόμο.
Θεέ μου, τι πόλη ήταν αυτή! Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει κάτι παρόμοιο. Εκεί απ’ όπου ερχόταν, τις νύχτες πέφτει μαύρο σκοτάδι, ένας φανοστάτης φωτίζει όλο το δρόμο. Τα ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται με παντζούρια. Έξω, με το που θα πάρει να σουρουπώνει, δε θα δεις κανέναν— κλείνονται όλοι στα σπίτια τους, και το μόνο που ακούς είναι το ουρλιαχτό από ολόκληρα κοπάδια σκυλιών, εκατοντάδες και χιλιάδες από αυτά αλυκτούν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα. Ωστόσο, εκεί κάτω ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν να φάει, ενώ εδώ, ω Θεέ μου, ας έτρωγε μια στάλα! Και τι θόρυβος και φασαρία είναι αυτή, πόσο φως και πόσοι άνθρωποι, άλογα και άμαξες, και παγωνιά, παγωνιά! Παγωμένος αχνός βγαίνει από τα καταπονημένα άλογα, από τις καυτές ανάσες τους. Κάτω από το λιωμένο χιόνι βροντοκοπούν πάνω στην πέτρα τα πέταλά τους, κι όλοι σπρώχνονται τόσο και, ω Θεέ μου, πόσο θέλει να φάει, ένα κομματάκι οτιδήποτε έστω, και τα δάχτυλα άρχισαν ξαφνικά να πονάνε τόσο. Δίπλα του πέρασε το όργανο της τάξης που έστρεψε αλλού το πρόσωπό του, για να μη δει το μικρό.
Να κι άλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Εδώ σίγουρα μπορούν να σε ποδοπατήσουν. Πώς φωνάζουν όλοι, πώς τρέχουν και τι φώτα, τι φώτα! Ω, αυτό τι είναι; Α, ένα μεγάλο τζάμι, και πίσω από το τζάμι ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο ένα δέντρο ίσαμε το ταβάνι. Είναι ένα έλατο, και πάνω στο έλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια και μήλα και κουκλάκια και μικρά αλογάκια. Πέρα δώθε στο δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και κάτι τρώνε και πίνουν. Να, το κοριτσάκι εκείνο άρχισε να χορεύει με το αγοράκι, τι όμορφη κοπελίτσα! Ορίστε κι η μουσική που ακούγεται πίσω από το τζάμι. Κοιτάζει ο μικρός και θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα του πονάνε ήδη και τα δαχτυλάκια των ποδιών, ενώ των χεριών έγιναν πια κατακόκκινα, δεν κλείνουν και πονάνε όταν τα κουνάει. Ξάφνου το αγόρι θυμήθηκε ότι του πονάνε τόσο πολύ τα δάχτυλα, έβαλε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο του, αλλά να που πάλι βλέπει, μέσα από ένα άλλο τζάμι, ένα άλλο δωμάτιο κι ένα δέντρο, και στα τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε είδους— αμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, και κάθονται εκεί τέσσερις πλούσιες κυρίες, που δίνουν σε όσους μπαίνουν γλυκά, κι ανοίγει για μια στιγμή η πόρτα και μπαίνουν απ’ έξω κάμποσοι κύριοι. Πλησίασε στα κλεφτά ο μικρός, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Οχ, τι φωνές ήταν αυτές και τι χειρονομίες! Μια κυρία έτρεξε γρήγορα, του έβαλε στο χέρι ένα καπίκι και του άνοιξε την πόρτα για να βγει. Πόσο φοβήθηκε ο μικρός! Το καπίκι τού έπεσε την ίδια στιγμή και κύλησε πάνω στα σκαλοπάτια, γιατί δεν μπορούσε, βλέπετε, να κλείσει τα κόκκινα δάχτυλά του και να το σφίξει. Το έβαλε στα πόδια ο μικρός κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να ξέρει προς τα πού. Πάλι θέλει να κλάψει, αλλά φοβάται, και τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τα χεράκια του. Τότε τον πιάνει μια θλίψη, γιατί ξαφνικά ένιωσε τόσο μόνος και τόσο απαίσια. Όμως, ξάφνου, Θεέ και κύριε! Τι είναι αυτό πάλι; Ένα πλήθος ανθρώπων στέκεται και κάτι κοιτάζει: σε ένα παράθυρο, πίσω από το τζάμι, τρεις κούκλες, μικρές, με κόκκινα και πράσινα ρουχαλάκια, και εντελώς σαν ζωντανές! Ένα γεροντάκι κάθεται και σαν να παίζει ένα μεγάλο βιολί, δυο άλλοι στέκονται όρθιοι και παίζουν μικρότερα βιολιά, και κουνάνε τα κεφάλια τους με ρυθμό, κι έπειτα κοιτάνε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιούνται, μιλάνε, πραγματικά μιλάνε, μόνο που λόγω του τζαμιού δεν ακούγονται. Στην αρχή ο μικρός σκέφτηκε ότι είναι ζωντανοί, αλλά, μόλις κατάλαβε ότι είναι κούκλες, έβαλε τα γέλια. Δεν είχε δει ποτέ τέτοιες κούκλες και δεν ήξερε καν ότι υπάρχουν τέτοιες! Του έρχεται να κλάψει, αλλά είναι τόσο αστείες αυτές οι κούκλες. Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από το ρομπάκι του: ένα ψηλό κακιωμένο αγόρι στάθηκε δίπλα του, του έδωσε μια καρπαζιά, του πέταξε το κασκέτο και του έχωσε μια κλοτσιά. Κυλίστηκε ο μικρός στο έδαφος, κάποιοι έβαλαν τις φωνές, τα έχασε τότε, πετάχτηκε πάνω και όπου φύγει φύγει, μέχρι που έφτασε κάπου, άγνωστο πού, σε μια αυλή, μια άγνωστη αυλή. Στάθηκε να πάρει ανάσα πίσω από ένα σωρό ξύλων.«Εδώ δε θα με βρουν, είναι κατασκότεινα».
Κάθισε μαζεμένος, χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το φόβο, και τότε απρόσμενα, εντελώς απρόσμενα, ένιωσε τόσο ευχάριστα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του σταμάτησαν να πονάνε κι αισθάνθηκε μια τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν δίπλα στη σόμπα. Νάτος, τρεμουλιάζει ολόκληρος! Αχ, μα ναι, μοιάζει να αποκοιμιέται! Τι ωραία να κοιμόταν εδώ. Θα κάτσω λίγο και θα πάω να δω πάλι τις κούκλες», σκέφτηκε ο μικρός και χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στο μυαλό του, εντελώς σαν αληθινές!… Αλλά τότε άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει ένα νανούρισμα.«Μαμάκα, κοιμάμαι, αχ, τι ωραία κοιμάμαι εδώ πέρα!»
«Πάμε σπίτι μου, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγοράκι», ψιθύρισε από πάνω του μια σιγανή φωνή.
Σκέφτηκε ότι θα ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος είναι αυτός που τον καλεί, δεν τον βλέπει, όμως ναι, κάποιος έσκυψε πάνω του και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι, και ο μικρός του έτεινε το χέρι και… και τότε, ω, τι φως! Ω, τι έλατο είναι αυτό! Μα δεν είναι καν έλατο, τέτοια δέντρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Πού βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα ακτινοβολούν και γύρω τόσες κούκλες, αγοράκια και κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, όλο στριφογυρνάνε γύρω του, πετάνε, τον φιλάνε, τον πιάνουν από το χέρι, τον παίρνουν μαζί τους, ναι, τώρα πετάει κι ο ίδιος, και βλέπει τη μητέρα του να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει τόσο χαρούμενη.
«Μαμά! Μαμά! Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, μαμά!» της φωνάζει ο μικρός και ξαναφιλιέται με τα παιδάκια και θέλει να τους μιλήσει αμέσως για τις κούκλες εκείνες πίσω από το τζάμι.«Ποια είστε εσείς, αγοράκια; Ποιες είστε εσείς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας και αγκαλιάζοντάς τα.
«Αυτό είναι το Δέντρο του Χριστού», του απαντάνε. «Στο σπίτι του Χριστού πάντα τη μέρα αυτή υπάρχει ένα δέντρο για τα μικρά παιδάκια που δεν έχουν δικά τους δέντρα…»
Έμαθε τότε ότι τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδάκια σαν κι αυτόν, που κάποια ξεπάγιασαν μέσα στα καλαθάκια τους, όταν τα εγκατέλειψαν στα σκαλιά των σπιτιών των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στο βρεφοκομείο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στο στεγνό στήθος της μητέρας τους (την εποχή του λοιμού της Σαμάρας), και κάποια άλλα έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, κι όλα είναι τώρα εδώ, όλα είναι τώρα άγγελοι, κοντά στον Χριστό, κι Εκείνος, ανάμεσά τους, τους απλώνει το χέρι και τα ευλογεί, όπως και τις αμαρτωλές μητέρες τους… Ναι, οι μητέρες των παιδιών στέκονται εδώ δίπλα στην ακρούλα και κλαίνε. Όλες αναγνωρίζουν το αγοράκι τους ή το κοριτσάκι τους, το πλησιάζουν και το φιλάνε, του σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χέρια τους και του ζητάνε να μην κλαίει, γιατί εδώ είναι καλά τώρα…
Κάτω, το πρωί, οι οδοκαθαριστές βρήκαν το μικρό πτωματάκι του ξεπαγιασμένου αγοριού πίσω από τα ξύλα. Αναζήτησαν και τη μητέρα του… Εκείνη είχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στον Κύριο και Θεό, στους ουρανούς.

Γιατί έγραψα μια τέτοια ιστορία, που δεν ταιριάζει καθόλου σε ένα συνηθισμένο ημερολόγιο, και μάλιστα ημερολόγιο συγγραφέα; Είχα υποσχεθεί στους εκδότες μερικά διηγήματα, για αληθινά γεγονότα κατά προτίμηση! Όμως, ακριβώς αυτό είναι το ζήτημα: μου φαίνεται πως όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στ’ αλήθεια— δηλαδή αυτό που έγινε στο υπόγειο και πίσω από τα ξύλα και εκεί, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν ξέρω πια πώς να το πω, μπορεί να έχουν συμβεί μπορεί και όχι… Αλλά γι’ αυτό είμαι μυθιστοριογράφος:για να επινοώ πράγματα…


Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Η Ποιμαντική Σκέψη της Εβδομάδος
Αυτοί που μεταφέρουν
 
«ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε [...] ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου». (Λκιδ΄ 21,23)
 

 
Αυτοί που μεταφέρουν μεγάλα πιάνα
στον δέκατο όροφο ντουλάπες και φέρετρα
ο γέρος μ’ ένα δεμάτι καυσόξυλα κουτσαίνοντας
η γυναίκα μ’ ένα φόρτωμα τσουκνίδες στην καμπούρα της
η τρελή που σπρώχνει το μωρουδιακό της καρότσι
γεμάτο από άδειες μπουκάλες βότκας
όλοι αυτοί θ’ αναστηθούν
σαν ένα φτερό γλάρου σαν ένα ξερό φύλλο
σαν τσόφλι αβγού σαν σκουπίδια από εφημερίδες
στο δρόμο
 
Ευλογημένοι είναι αυτοί που μεταφέρουν
γιατί αυτοί θ’ αναστηθούν


Άννα Καμιένσκα

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Περί θείου έρωτος 


Ν’ αγαπάμε τον Χριστό και μόνη ελπίδα και φροντίδα μας να είναι 
Αυτός. Ν’ αγαπάμε τον Χριστό μόνο γι’ αυτόν ποτέ για μας. Ας μας βάλει 
όπου θέλει. Ας μας δώσει ό,τι θέλει. Να μην Τον αγαπάμε για τα δώρα 
Του. Είναι εγωισμός να λέμε: «Θα με βάλει ο Χριστός σε μία ωραία μονή, 
που έχει φτιάξει. Την έχει ετοιμάσει ο Χριστός, το λέει το Ευαγγέλιο: «ἐν 
τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· … ἵνα 
ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε». Τό σωστό είναι νά 
λέμε: «Χριστέ μου, ό,τι θέλει η αγάπη Σου· αρκεί
να ζω στην αγάπη Σου» 
Εγώ ο καημένος, τί να σας πω … είμαι 
πολύ αδύνατος. Δεν έχω κατορθώσει ν’ αγαπήσω 
τόσο πολύ τον Χριστό, να Τον λαχταρήσει η ψυχή 
μου. Αισθάνομαι ότι είμαι πολύ πίσω. Έτσι το 
αισθάνομαι. Δεν έχω φθάσει εκεί πού θέλω, δεν 
ζω αυτή την αγάπη. Αλλά δεν αποθαρρύνομαι. 
Εμπιστεύομαι την αγάπη του Θεού. Λέω στον 
Χριστό: «Το ξέρω, δεν είμαι άξιος. Στείλε με 
όπου θέλει η αγάπη Σου. Αυτό επιθυμώ, αυτό 
θέλω. Στη ζωή μου πάντα Σε λάτρευα».
Όταν ήμουν άρρωστος βαριά και θα 
έφευγα για τους ουρανούς, δεν ήθελα να σκέπτομαι 
τις αμαρτίες μου. Ήθελα να σκέπτομαι την αγάπη 
του Κυρίου μου, του Χριστού μου, και την αιώνια 
ζωή. Δεν ήθελα να έχω φόβο. Ήθελα να πάω 
στον Κύριο και να σκέπτομαι την αγαθότητά Του, 
την αγάπη Του. Και τώρα, πού πλησιάζει το τέλος 
της ζωής μου, δεν έχω άγχος, αγωνία, αλλά σκέπτομαι ότι, όταν 
παρουσιασθώ στη Δευτέρα Παρουσία και μου πει ο Χριστός: «Εταίρε, πώς 
εισήλθες ώδε, μη έχων ένδυμα γάμου;», θα σκύψω το κεφάλι και θα πω: 
«Ό,τι θέλεις, Κύριέ μου, ό,τι θέλει η αγάπη Σου». Το ξέρω, δεν είμαι 
άξιος. Στείλε με όπου θέλει η αγάπη Σου. Για την κόλαση είμαι άξιος. Και 
στην κόλαση να με βάλεις, αρκεί να είμαι μαζί Σου. Ένα θέλω, ένα 
επιθυμώ, ένα ζητώ· να είμαι μαζί Σου, όπου και όπως θέλεις Εσύ».
Προσπαθώ να δοθώ στην αγάπη και στη λατρεία του Θεού. Έχω τη 
συναίσθηση της αμαρτωλότητας, αλλά ζω με την ελπίδα. Είναι κακό ν’ 
απελπίζεσαι, διότι ο απελπισμένος πικραίνεται και χάνει την προθυμία και 
τη δύναμή σου. Ενώ αυτός πού ελπίζει, προχωρεί προς τα εμπρός. Επειδή 
αισθάνεται ότι είναι φτωχός, προσπαθεί να πλουτίσει. Τί κάνει ο φτωχός; 
Όταν είναι έξυπνος, προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να πλουτίσει. 
Παρόλο πού νιώθω έτσι αδύναμος και 
δεν έχω κατορθώσει αυτό πού ποθώ, εν τούτοις 
δεν απελπίζομαι. Με παρηγορεί, όπως σας 
είπα, ότι δεν παύω από του να προσπαθώ 
διαρκώς. Όμως δεν κάνω αυτό πού θέλω. 
Κάνετε προσευχή και για μένα. Το θέμα είναι 
ότι δεν μπορώ ν’ αγαπήσω απόλυτα τον 
Χριστό χωρίς την χάρι Του. Ο Χριστός δεν 
αφήνει να εκδηλωθεί η αγάπη Του, αν η ψυχή 
μου δεν έχει κάτι που να Τον τραβήξει. 
Κι ίσως αυτό το κάτι μου λείπει, γι’ 
αυτό παρακαλώ τον Θεό και λέω: «Πολύ 
αδύνατος είμαι, Χριστέ μου. Μόνον Εσύ θα 
κατορθώσεις με την χάρι Σου να μ’ αξιώσεις 
έτσι, σαν τον Απόστολο Παύλο πού χαιρόταν 
και καυχιόταν, να λέγω κι εγώ μαζί του: «ζῶ
δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». 
Μ’ αυτά ασχολούμαι. Προσπαθώ να 
βρίσκω τρόπους ν’ αγαπήσω τον Χριστό. Δεν 
χορταίνεται αυτή η αγάπη, Όσο αγαπάεις τον 
Χριστό, τόσο νομίζεις ότι δεν Τον αγαπάεις κι 
όλο λαχταράεις περισσότερο να Τον αγαπήσεις. 
Χωρίς, όμως, να το καταλαβαίνεις, πηγαίνεις πιο ψηλά, πιο ψηλά...
Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης